Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Η Υπακοή ως οδός Ελευθερίας

Η Υπακοή ως οδός Ελευθερίας


 

Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος
Ηγούμενος Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου


     O Θεός εξ αρχής έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο. Ημπορούσε να δεχθή ή να αρνηθή την Αγάπη Του. Να κάμη καλή ή κακή χρήσι της ελευθερίας.
    H απαγόρευσις της βρώσεως από το δένδρο της γνώσεως τού καλού και τού κακού, πού ήταν φυτευμένο εν μέσω τού Παραδείσου, τού έδιδε αυτή την δυνατότητα. Κατά τον Άγιο Χρυσόστομο γνώσις τού ‘καλού' ήταν η υπακοή, γνώσις τού ‘κακού' η ανυπακοή. H τήρησις της εντολής, η υπακοή, θα εβοηθούσε τούς πρωτόπλαστους να ασκηθούν, να εθισθούν και να στερεωθούν στην καλή χρήσι της ελευθερίας. Να προσανατολίσουν μόνιμα την ελευθερία τους στον Θεό και να ταυτίσουν το θέλημά τους με το θέλημα τού Δημιουργού. Έτσι θα επετύγχαναν την ένωσί τους με τον Θεό, την θέωσι. Θα ημπορούσαν να φά­γουν και από το δένδρο της ζωής, δηλαδή να γίνουν κατά χάριν αθάνατοι. Η ελευθερία ήταν θείο δώρο, την οποία όμως ο άνθρωπος έπρεπε να διατηρή και να αυξάνη με την ιδική του συνεργεία. Γι' αυτό εδόθη η εντολή.
Λέγει αρχαίος ερμηνευτής ότι ο Θεός έδωσε τριών ειδών δένδρα στον άνθρωπο. Τα κοινά δένδρα, για να εξασφάλιση στον άνθρωπο το ζην. Το δένδρο της γνώσεως τού καλού και τού κακού, για να εξασφάλιση το ευ ζην και το δένδρο της ζωής, για να εξασφαλίση το αει ζην. Δηλαδή έδωσε τα υλικά αγαθά, έδωσε επίσης την ελευθερία, πού καταξιώνεται με την άσκησι της υπακοής και την αγάπη. Και τέλος την αιώνιο ζωή, δηλαδή την θεία Ζωή. Τα δώρα αυτά θα ελάμβανε ο άνθρωπος σταδιακά και αναγωγικά, από τα κατώτερα στα ανώτερα, αναλόγως με την ιδική του προαίρεσι και συνεργεία. Η ανυπακοή των πρωτο­πλάστων όμως διέκοψε την δυνατότητα μετοχής στα ανώτερα δώρα τού Θεού. Ο άνθρωπος βρέθηκε εξόριστος, στην έρημο της ακοινωνησίας με τον Θεό. Η ψυχή του πού δεν τρέφεται πλέον από τον Θεό, ζητεί να τραφή από τα υλικά αγαθά με ένα εμπαθή και θανατηφόρο τρόπο
Η αντικατάστασις της θεοκεντρικής ζωής από την εγωκεντρική, ανατρέπει την τάξι της δημιουργίας. Ο άνθρωπος αλλάζει το κέντρο τού κόσμου. Ακολου­θεί η διάσπασις και αποδιοργάνωσις τού κόσμου και των λειτουργιών της ζωής. Ο νους σκοτίζεται. Η θέλησις αρρωσταίνει. Η καρδία γίνεται εμπαθής. Έτσι το κατ' εικόνα αμαυρώνεται με ακραία συνέπεια τον θάνατο. Η ανυπακοή δεν ωδήγησε στην θέωσι, όπως επίστευσαν οι πρωτόπλαστοι παρασυρθέντες από τον διάβολο, αλλά στην νέκρωσι τού ανθρώπου.
Η ορθόδοξος ανθρωπολογία αναλύει το δράμα της ανυπακοής, της πτώ­σεως και της εξορίας τού άνθρωπου από την Βασιλεία της Θείας Αγάπης. Ο πρώτος Αδάμ μαζί με την Εύα έφεραν στον κόσμο την ανυπακοή και τον θάνα­το, κάνοντας κακή χρήσι τού δώρου της ελευθερίας. Κληροδοτούν στο ανθρώπι­νο γένος το προπατορικό αμάρτημα, ως κατάστασι αρρώστιας της ανθρωπινής φύσεως, εγωισμού, αποστασίας από τον Θεό. «Νενόσηκεν ουν η φύσις την αμαρτίαν διά της παρακοής τού ενός, τουτέστιν Αδάμ ούτως αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ουχ ως τω Αδάμ συμπαραβεβηκότες, ου γάρ ήσαν πώποτε, άλλ' ως της εκείνου φύσεως όντες...» κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.
Βέβαια δεν έλειψαν οι δίκαιοι άνθρωποι πού έκαναν καλή χρήσι της ελευθε­ρίας προσανατολίζοντας την προς τον Θεό, χωρίς όμως να ημπορούν να επιτύ­χουν την θέωσι, αφού η ανθρωπινή φύσις είχε θανάσιμα αρρωστήσει και δεν ημπορούσε εξ ιδίων της να υγιάνη και να θεωθή. Οι δίκαιοι αυτοί άνθρωποι απε­τέλεσαν τούς κλάδους ενός ευλογημένου δένδρου πού στο τελευταίο και ωραιότερο κλαδί του, την Πανάμωμο Μαρία, εξήνθισε το άνθος πού ευωδίασε όλο τον κόσμο, τον Κύριο Ιησού Χριστό. «Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και άνθος εξ αυτής Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας». Η Παρθένος έκανε τελεία υπακοή στον θεό. Τού έδωσε όλη την ελευθερία της, ως μια προσφορά τελείας αγάπης και εμπιστοσύνης. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρήμα σου» (Λουκ. 1.38). Έτσι διώρθωσε την ανυπακοή της προμήτορος Εύας. Η Εύα είπε πρώτη το όχι στην αγάπη τού Θεού και στο θέλημα Του για την θέωσι τού ανθρώπου. Η Παρθένος λέγει πρώτη το ναι. Αυτό το ναι περίμενε ο Ελεήμων Κύριος, ως συγκατάθεσι της ελευθερίας του άνθρωπου, για να ημπορέση να σαρκωθή και να αναστήση τόν «Αδάμ παγγενή».
Ο Ιησούς Χριστός, ο νέος Αδάμ, διορθώνει την ανυπακοή τού πρώτου Αδάμ, με την τελεία υπακοή του στο θέλημα τού ουρανίου Πατρός. «Πάτερ μου, ει δυνατόν έστι, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο πλην ουχ ως εγώ θέλω, άλλ' ως συ» (Ματθ. 26.39). Έτσι έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2.8). Η υπακοή, ζωή η ανυπακοή, θάνατος λέγουν οι Πατέρες. Η υπακοή τού Χριστού γίνεται ζωή για όλο τον κόσμο. «Ώσπερ ο Αδάμ, θανάτω υπέπεσεν, ούτως ο Σωτήρ υπακούσας, τον θάνατον ενέκρωσεν» (Άγιος Θαλάσ­σιος).
Τώρα αρχίζει μία νέα γενεά με πνευματικό γενάρχη τον Ιησού Χριστό. Σκο­πός της γενεάς αυτής είναι η προσφορά της ελευθερίας στον Θεό διά της υπα­κοής. Υπακοής πού δεν γίνεται από εξαναγκασμό και υποχρέωσι, αλλά από αγά­πη. «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης τού Χριστού; θλίψις ή στενοχώρια ή διωγ­μός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα;» (Ρωμ. 8.35). Όλα τα υφίσταται υπακούων ο Απόστολος για να μη χωριστή από την αγάπη τού Χριστού. Αυτό δείχνει ότι περιεχόμενο της υπακοής είναι η αγάπη. Στην νέα αυτή χαριτωμένη κατάστασι, τα τέκνα της υπακοής και της αγάπης φθάνουν τα όρια της αληθινής ελευθερίας. Ελευθερίας από τον εγωισμό, από τα πάθη, από τον φόβο, από τον διάβολο, από τον θάνατο. Μετά από πολλή άσκησι υπακοής ο Άγιος Αντώνιος έφθασε στην τελεία απάθεια, αγάπη και ελευθερία «Εγώ ουκέτι φοβούμαι τον Θεόν, αλλά αγαπώ αυτόν. Η γάρ αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Περιεχόμενο και της πραγματικής ελευθερίας είναι η αγάπη.
Στην μακάρια αυτή κατάστασι φθάνει ο χριστιανός μετά από πολλή βία πού ασκεί εκούσια στο εγωιστικό του θέλημα, για να το υποτάξη στο άγιο θέλημα τού Θεού. Όπως λέγει ο Κύριος στο Ιερό Ευαγγέλιο, «η βασιλεία τού Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Η πείρα των Αγίων συνοψίζεται στο λόγιο, «δώσε αίμα και λάβε πνεύμα». Με το αίμα της καρδιάς πού χύνεις καθαρίζεσαι από τα πάθη. Τότε ημπορείς να δεχθής την χάρι τού Αγίου Πνεύμα­τος. «Ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία» (2 Κορ. 3.17).
Ο χριστιανός αγωνιζόμενος συνειδητοποιεί ότι ελευθερία είναι να ζη στον Θεό και ο Θεός σ' αυτόν. Για τον άπιστο η ελευθερία τοποθετείται στον εγωι­σμό: Είμαι ελεύθερος όταν κάνω ότι θέλω. Για τον χριστιανό η ελευθερία τοπο­θετείται στην αγάπη και στον Θεό: Είμαι ελεύθερος όταν κάνω ότι θέλει ο Θεός. Όπως λέγει ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης «και τότε μάλλον έσται τό αυτεξούσιον και το θέλημα τον άνθρωπον ενεργείν, θέλοντι εκουσίως το θέλημα τού δημιουργού».(Επιστολή πρός Λαυριώτας).Η ελευθερία είναι χάρις (χάρισμα). Ο αγών τού πιστού γίνεται για να προσφέρεται στον Θεό και να συνεργή, να δέχε­ται και να μην αντιδρά στην θεία Χάρι.
Η ελευθερία διά της υπακοής. Αυτό φαίνεται παράδοξο και αντινομικό. Αντινομικό φαίνεται και το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Τόσο όμως το πρώτο όσο και το δεύτερο, είναι αληθινό επειδή ακριβώς είναι αντινομικό. Μάς ανά­γουν σε μια άλλη κατάστασι, τού μέλλοντος αιώνος. Εάν δεν ήταν αντινομικό, θα μάς άφηναν στην ίδια κατάστασι, στην οποία ευρισκόμεθα, τού παρόντος αιώνος. «Εάν ελευθερωθή ο νους από πάντων των εχθρών αυτού και σαββατίση, έστιν εν ετέρω αιώνι καινώ, καινά λογιζόμενος και άφθαρτα» (Άγιος Ησαΐας Αναχωρητής).
Ο δούλος τού Χριστού γίνεται απελεύθερος Χριστού. Ο Χριστός ελευθερώ­νει όσους γίνονται δούλοι Του. Όταν ο άνθρωπος θελήση να γίνη δούλος τού Χριστού, υπήκοος στον Χριστό, ο Χριστός τον κάνει φίλο Του. Τον εισάγει στην Βασιλεία Του. «Υμείς φίλοι μού έστε... ουκέτι υμάς λέγω δούλους» (Ιωάν. 15.14). Στην Εκκλησία οι άνθρωποι υπακούουν, δουλεύουν στον Χριστό και έτσι γίνονται ελεύθεροι. «Βαπτίζεται ο δούλος τού Θεού εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Άγιου Πνεύματος». «Μεταλαμβάνει ο δούλος τού Θεού...». Διά μέσου αυτής της δουλείας οι χριστιανοί γίνονται υίοί της «ευλογημένης Βα­σιλείας τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος». Βασιλείας πού έχει ως περιεχόμενο της την αγάπη και την ελευθερία.
Την ελευθερία απολαμβάνει ο χριστιανός ιδιαίτερα στην Θ. Λειτουργία και στην Λατρεία τού Θεού. Ο οσιώτατος Γέρων Αυξέντιος, αδελφός της Μονής μας πού εκοιμήθη τον περασμένο Μάρτιο, μάς παρακαλούσε να μη τον εμποδί­ζουμε να συμμετέχη στην εν τω ναώ Λατρεία, αν και ήταν εξαντλημένος από τα γηρατειά και τυφλός. «Στην Εκκλησία αισθάνομαι ελευθερία», μάς έλεγε. Στην θεία Λειτουργία και την ιερά Λατρεία ο άνθρωπος και ο κόσμος ελευθερώνονται από την φθορά, τον θάνατο και τον διάβολο, μεταμορφώνονται και αφθαρτίζονται. Το «νυν» γίνεται «αεί», γιατί μετέχει στην Βασιλεία τού Θεού. Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία.
Η Εκκλησία με όλους τους θεσμούς της βοηθεί τα τέκνα της να αναχθούν στην εν Χριστώ ελευθερία.
     Οι Ιεροί Κανόνες εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι επιβάλλουν ένα νομικό καθεστώς στην Εκκλησία. Εν τούτοις, επειδή πρόκειται για εντολές πού εκφρά­ζουν την Αλήθεια της Εκκλησίας όσον αφορά τις σχέσεις των μελών της μεταξύ των, βοηθούν τα μέλη της Εκκλησίας να ζουν με ενότητα, ευταξία, αγάπη και αρμονία. Οι ιεροί Κανόνες εκφράζουν το φρόνημα της Εκκλησίας ως θεανθρωπίνου Σώματος τού Χριστού. Όποιος ενεργεί παρά τούς κανόνας, ενεργεί εγωι­στικά, ατομικιστικά δεν υπακούει στην Εκκλησία και δεν ελευθερώνεται. Ο ατομικισμός απορρίπτει την κανονική τάξι της Εκκλησίας ή την διαστρέφει, μεταβάλλοντάς την σ' ένα νομικό ανθρωποκεντρικό καθεστώς (παπισμός) ή ένα ηθικιστικό σύστημα αυτοδικαιώσεως τών ανθρώπων, χωρίς την Χάρι του Θεού.
Στην άσκησι της ελευθερίας διά της υπερβάσεως τού εγωιστικού μας θελή­ματος μας βοηθεί επίσης η υπακοή στην εν γένει Παράδοσι και Λειτουρ­γική ζωή της Εκκλησίας. Στην Εκκλησία πιστεύουμε, προσευχόμεθα, ασκούμεθα, λατρεύουμε τον Θεό, όχι όπως φαίνεται σε μάς καλύτερα, αλλά όπως παρελάβαμε από τούς θεοφόρους Πατέρας μας. Η ευσέβεια των Ορθοδόξων είναι θεολογική, δηλαδή εκφράζει τα αληθή δόγματα της Εκκλησίας. Οι τύποι της ορθοδόξου Λατρείας εκφράζουν την δογματική της διδασκαλία, το καθολικό μυ­στήριο τού θεανθρώπου Χριστού και όχι ατομικές, μη μεταμορφωμένες, συναι­σθηματικές ή αρρωστημένες καταστάσεις. Γι' αυτό και όταν ευσεβούμε εκκλη­σιαστικά, ευσεβούμε υπερβαίνοντας τον εγωισμό μας και έτσι αναγόμεθα στην ελευθερία τού Χριστού. Η χρήσις πολυφωνικής μουσικής και οργάνων στην Λα­τρεία, η ζωγραφική της Αναγεννήσεως, οι ‘ατομικές προσευχές', η γονυκλισία την Κυριακή και την περίοδο της Πεντηκοστής, όλα αυτά και άλλες σχετικές αυθαιρεσίες, είναι έξω από την εκκλησιαστική Παρόδοσι και το ήθος της Ορθο­δοξίας. Είναι ατομικιστικά. Δεν ελευθερώνουν. Δεν ανανεώνουν, άλλ' ανατρέ­πουν την Παράδοσι και νοθεύουν το πνεύμα της ορθοδόξου Λατρείας.
     Η υπακοή επίσης στους Επισκόπους και τούς πνευματικούς μας πατέρες (εξομολόγους), βοηθεί να αναχθούμε στην εν Χριστώ ελευθερία. Οι Ποι­μένες της Εκκλησίας μας πρέπει να υπακούουν στο Ιερό Ευαγγέλιο, στους Ιε­ρούς Κανόνας, στην Παράδοσι και στους θεσμούς της Εκκλησίας. Οι λαϊκοί πρέ­πει να υπακούουν στους Ποιμένες των. Όλοι μαζί, ποιμένες και ποιμαινόμενοι πρέπει να υπακούουμε στον Χριστό, την αθάνατο Κεφαλή της Εκκλησίας, πού είναι πάντα «ο ώδε ημίν αοράτως συνών», ο Δομήτωρ και Αρχηγός της Εκκλη­σίας.
Οι μοναχοί, επιθυμούντες και αγωνιζόμενοι να ζήσουν μέσα τους τέλεια το θέλημα τού Θεού, λαχταρούν να αδειάσουν τελείως από το ιδικό τους εγωι­στικό θέλημα. Έτσι αποφασίζουν να κάνουν αδιάκριτο και τελεία υπακοή στον πνευματικό τους πατέρα, τον Γέροντά τους. Η υπακοή μάλιστα συγκαταλέγεται στις τρεις μοναχικές υποσχέσεις στον Θεό. Υπακοή, παρθενία, ακτημοσύνη, εκφράζουν την ολοκληρωτική αφιέρωσι τού μοναχού στον Θεό. Η καθημερινή εκκοπή τού θελήματος ισοδυναμεί με μαρτύριο. Με πολύ αγώνα ασκείται διά της υπακοής, ακόμη και σε λεπτομέρειες ή φαινομενικά παράλογες εντολές, να εκκόπτη τελείως το θέλημά του. Η εκκοπή τού θελήματος στην πραγματικότητα δεν είναι αφαίρεσις, αλλά θεραπεία τού αρρωστημένου θελήματος, ταύτισις και υποταγή τού θελήματος στο θέλημα τού Θεού. Ο Σωτήρ Χριστός είχε ανθρώπινο θέλημα τέλεια υποτεταγμένο στο θείο θέλημα. Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης παρατηρεί εύστοχα: «Αυταρέσκεια και θελήματι εαυτού ο εξ αρ­χής ηττήθη βροτός, και τω μη υποταγήναι τω κτίσαντι τούτων αθέτησιν εισάγει το σχήμα τού μοναχού, αυτεξουσίω γνώμητoαυτεξούσιον αναιρούν, και τούτο δώρον προσάγων τω δεδωκότι».
      Ο καλός υποτακτικός θέλει ο,τι θέλει ο Θεός. Και μαθαίνει να θέλη ο,τι θέλει ο Θεός, μαθαίνοντας να θέλη ο,τι θέλει ο Γέροντας. Στο Άγιον Όρος λέ­γουν ότι ο καλός υποτακτικός είναι αυτός πού έμαθε να λέγη με την καρδιά του δύο φράσεις: «Ευλόγησον» και «νάναι ευλογημένο». Έτσι ο μοναχός ελευθερώ­νεται από το ατομικό, εγωιστικό του θέλημα και τα διάφορα τυραννικά πάθη πού πηγάζουν από αυτό. Ελευθερώνεται ακόμη και από τον φόβο τού θανάτου. Υπάρχουν μάλιστα μοναχοί πού τραβούν κομβοσχοίνι να πεθάνουν, γιατί έχουν ήδη διαβεί «εκ τού θανάτου εις την ζωήν». Ο ασκούμενος στην υπακοή μοναχός είναι επίσης ελεύθερος από κάθε αγωνία, γιατί έχει με ταπείνωσι εναποθέσει την ψυχή του στα χέρια τού Γέροντά του, για την αγάπη τού Χριστού. Στο Γε­ροντικό και στην καθημερινή μοναχική πράξι, διαπιστώνουμε πόσο ελεύθερος είναι ο υποτακτικός μοναχός.
Οι χριστιανοί στον κόσμο για τούς οποίους ο μοναχισμός είναι φως, θέλουν επίσης να σωθούν διά της υπακοής και της εκκοπής τού θελήματος πού προσπαθούν κατά το δυνατόν να ασκήσουν μέσα στις συνθήκες και δυνατότη­τες τού κόσμου. Οι γονείς π.χ. πού δεν εμποδίζουν το θέλημα ιού Θεού στην γέννησι παιδιών, πράγμα πού φανερώνει θυσία και υπακοή στον Θεό, προχωρούν πολύ στην εν Χριστώ ελευθερία. Το ίδιο και όσοι σύζυγοι κάνουν υπομονή στις αδυναμίες των συζύγων τους, κόβουν το θέλημά τους από ταπείνωσι, και σηκώ­νουν καρτερικά και με υπακοή στο θέλημα τού Θεού τις δοκιμασίες και τα βάρη της ζωής.
Με την υπακοή ο πιστός αντιπροσφέρει αυτεξούσια το αυτεξούσιό του στον Θεό. Ο Θεός δέχεται το δώρο και χαρίζει στον πιστό, όχι μόνο την αρχική ελευ­θερία (δυνατότητα εκλογής μεταξύ καλού και κακού), αλλά και την τελική ελευ­θερία πού είναι συμμετοχή στον αιώνιο Θείο Σαββατισμό, στην δόξα τού Θεού και στο άκτιστο Φως της Αγίας Τριάδος:
«Υπακοή εντολής, ψυχής ποιεί κάθαρσιν. Η δέ της ψυχής κάθαρσις, φωτός ποιεί μέθεξιν».
Άγιος θαλάσσιος

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''ΣΥΝΑΞΗ'' -ΤΕΥΧΟΣ 1 - ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1982
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com



Read more:http://www.egolpion.net/ypakoh_odos_eleftherias.el.aspx#ixzz2jmqi05Zu

ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ
ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Επισκόπου Διοκλείας ΚΑΛΛΙΣΤΟΥWARE 

   Αυτά είναι, με τη Χάρη του Θεού τα χαρίσματα του γέροντα. Όμως τι γίνεται με το πνευματικό τέκνο; Πως συνεισφέρει σ' αυτή την αμοιβαία σχέση πνευματικού οδηγού και μαθητή;
Εν ολίγοις, ο μαθητής προσφέρει ειλικρινή και πρόθυμη υ­πακοή. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία από ταΑπο­φθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, για τον μοναχό που έλα­βε την εντολή να φυτέψει ένα ξερό ραβδί στην άμμο και να το ποτίζει κάθε μέρα. Η πηγή ήταν τόσο μακριά από το κελί του, που έπρεπε να φεύγει το βράδυ για να γυρίζει το πρωί. Για τρία χρόνια εκτελούσε υπομονετικά την εντολή του αββά του. Στο τέλος αυτής της περιόδου, το ραβδί ξαφνικά έβγαλε φύλλα και έκανε καρπούς. Ο αββάς έκοψε τον καρπό, τον πήγε στην εκ­κλησία, και κάλεσε τους μοναχούς να φάνε λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε καρπόν υπακοής»20.
Ένα άλλο παράδειγμα υπακοής είναι ο μοναχός Μάρκος, ο οποίος, ενώ αντέγραφε ένα χειρόγραφο, άκουσε ξαφνικά να τον φωνάζει ο αββάς του˙ τόσο άμεση ήταν η ανταπόκρισή του, ώστε να μην ολοκληρώσει καν τον κύκλο του γράμματος Ο, που έγραφε εκείνη τη στιγμή. Σε άλλη περίσταση, καθώς περπατού­σαν μαζί, ο αββάς του είδε ένα μικρό γουρουνάκι· θέλοντας να δοκιμάσει τον Μάρκο, του είπε: «βλέπεις αυτόν τον βούβαλο, παιδί μου;» «Ναι, πάτερ», απάντησε ο Μάρκος. «Και βλέπεις πόσο δυνατά είναι τα κέρατά του;» «Ναι, πάτερ μου», του α­πάντησε πάλι χωρίς δισταγμό30. Ο αββάς Ιωσήφ της Πανεφώ, ακολουθώντας παρόμοια τακτική, δοκίμαζε την υπακοή των μα­θητών του αναθέτοντάς τους παράδοξα, ακόμη και σκανδαλώ­δη καθήκοντα, και μόνον όταν συμμορφώνονταν, τους έδινε λο­γικές εντολές31. Ένας άλλος γέρων έδινε εντολές στους μαθη­τές του να κλέβουν πράγματα από τα κελιά των αδελφών32κι ένας άλλος είπε στον μαθητή του (που δεν ήταν εντελώς ειλι­κρινής μαζί του) να ρίξει τον γιό του στον φούρνο33.
Εδώ ασφαλώς χρειάζεται να αναφέρουμε ορισμένες σοβα­ρές αντιρρήσεις. Οι ιστορίες του είδους που αναφέραμε είναι πιθανό να δημιουργήσουν κάποια αμφιλεγόμενη εντύπωση στον σύγχρονο αναγνώστη. Δεν περιγράφουν το είδος εκείνο συμπε­ριφοράς που ίσως απρόθυμα θαυμάζουμε, αλλά σπάνια θα θέ­λαμε να μιμηθούμε; «Που πήγε», μπορεί να ρωτήσουμε με αγα­νάκτηση, εκείνη «η ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8.21);
Λίγοι από μας θα αμφισβητούσαν τη σημασία του να ανα­ζητήσουμε την καθοδήγηση κάποιου άλλου, άνδρα ή γυναίκας, που έχει μεγαλύτερη πείρα του πνευματικού δρόμου απ’ ό,τι εμείς. Πρέπει όμως ένα τέτοιο πρόσωπο να εκλαμβάνεται σαν αλάθητο μαντείο, που πρέπει σε κάθε λόγο του να υπακούμε χωρίς άλλη συζήτηση; Το να ερμηνεύουμε την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στον μαθητή και στον πνευματικό πατέρα ή μητέρα με τρόπο σαν κι αυτόν, φαίνεται επικίνδυνη και για τους δύο. Μειώνει τον μαθητή σ' ένα παιδαριώδες ακόμη και απάνθρω­πο επίπεδο, που του στερεί όλη τη δύναμη της κρίσης και της η­θικής επιλογής˙ και ενθαρρύνει τον δάσκαλο να απαιτεί μια αυ­θεντία που ανήκει μόνο στον Θεό. Προηγουμένως παραθέσα­με από ταΑποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμουτη φράση, ότι κάποιος που κάνει υπακοή σ' ένα γέροντα, «δεν χρειάζεται να προσέχει στις εντολές του Θεού»34. Είναι όμως επιθυμητή μια τέτοια παραίτηση από την υπευθυνότητα; Πρέπει να επι­τρέπεται στον γέροντα να σφετερίζεται τη θέση του Χριστού;
Ως απάντηση, πρέπει να ειπωθεί κατ' αρχήν ότι «χαρισμα­τικοί» γέροντες. Όπως ο Μέγας Αντώνιος ή ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Το είδος της σχέσης που εί­χαν με τους μαθητές τους, μοναχούς ή λαϊκούς, δεν υπήρξε πο­τέ το κοινώς αποδεκτό υπόδειγμα στην ορθόδοξη Παράδοση. Οι μεγάλοι γέροντες του παρελθόντος ή τού παρόντος αποτε­λούν πράγματι ένα οδηγητικό φως, ένα ανώτατο σημείο αναφο­ράς· αλλά είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας.
Δεύτερον, υπάρχει σαφώς μια διαφορά ανάμεσα στους μο­ναχούς, που έχουν δώσει μια ειδική υπόσχεση υπακοής, και τους λαϊκούς, που ζουν στον «κόσμο» (Ακόμη και στην περίπτωση των μοναχών, υπάρχουν εξαιρετικά λίγες κοινότητες όπου μπο­ρεί να βρεθεί η διακονία τού γέροντα στην πλήρη της μορφή, όπως αναφέρεται σταΑποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, ή όπως ασκήθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στηΜονή της Όπτινα. Ένας σύγχρονος Ρώσος Ιερέας, ο πατήρ Αλέξανδρος Μεν -πολύ σεβαστός ως πνευματικός πατέρας μέχρι τον τραγικό και πρόωρο θάνατό του από άγνωστα χέρια το 1990 - σοφά επέμενε πως οι μοναχικοί κανόνες δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιοι στη ζωή της ενορίας.
Συχνά νομίζουμε ότι η σχέση τού πνευματικού παι­διού με τον πνευματικό πατέρα απαιτεί το πρώτο να υπακούει πάντοτε στον δεύτερο. Στην πραγματικό­τητα, η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδες μέρος της μονα­χικής ζωής. Ο μοναχός υπόσχεται να κάνει υπακοή, να κάνει οτιδήποτε απαιτεί ο πνευματικός πατέρας του. Ένας ενοριακός ιερέας δεν μπορεί να επιβάλει ένα τέτοιο πρότυπο στους λαϊκούς και δεν μπορεί να δι­εκδικήσει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει αυ­θαίρετες εντολές. Θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής αν μπορεί να εφαρμόζει τους εκκλησιαστικούς κανό­νες, προσανατολίζοντας τη ζωή των ενοριτών του, και βοηθώντας τους στους εσωτερικούς αγώνες τους35.
Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως αυτά τα δυο σημεία, υπάρ­χουν τρία επί πλέον πράγματα που πρέπει να ειπωθούν, προ­κειμένου να ερμηνευθεί σωστά ένα κείμενο όπως ταΑποφθέγ­ματα των Πατέρων της Έρημου, ή μια μορφή όπως ο στάρετς Ζωσιμάς, στουςΑδελφούς Καραμαζώφ. Κατ' αρχάς, η υπακοή που προσφέρεται από το πνευματικό τέκνο στον αββά δεν εί­ναι αναγκαστική, αλλά πρόθυμη και εθελούσια. Είναι έργο του γέροντα να αναλάβει το θέλημά μας στο δικό του, όμως μπορεί να το κάνει μόνο αν εμείς, με τη δική μας ελεύθερη επιλογή το τοποθετήσουμε στα χέρια του. Δεν συντρίβει τη θέλησή μας, αλλά τη δέχεται από μας ως δώρο. Μια υποταγή αναγκαστι­κή και ακούσια στερείται προφανώς ηθικής άξιας· ο γέροντας ζητά από τον καθένα μας να προσφέρει στον Θεό την καρδιά του, όχι τις εξωτερικές ενέργειές του. Ακόμη και σ' ένα μοναστικό πλαίσιο η υπακοή είναι εθελούσια, όπως τονίζεται έντο­να στο τυπικό της κουράς, μόνο αφού ο υποψήφιος τοποθετή­σει τρεις φορές το ψαλίδι στα χέρια του ηγουμένου, προχωρεί εκείνος στην κουρά του36.
Ωστόσο, η εθελούσια προσφορά της ελευθερίας μας, ακόμη και στο μοναστήρι, είναι προφανώς κάτι που δεν μπορεί να συμ­βεί μια για πάντα, με μια μοναδική χειρονομία. Καλούμαστε να αναλάβουμε τον σταυρό μας καθ' ημέραν (Λουκ. 9.23). Πρέπει να υπάρχει μια συνεχής προσφορά, που να εκτείνεται σε ολό­κληρη τη ζωή μας˙ η αύξησή μας εν Χριστώ μετριέται ακριβώς από τον αυξανόμενο βαθμό αυτοπροσφοράς μας. Η ελευθε­ρία μας πρέπει να προσφέρεται εκ νέου κάθε μέρα και κάθε ώ­ρα, με συνεχώς διαφοροποιούμενους τρόπους. Και τούτο ση­μαίνει πως η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στον μαθητή δεν είναι στατική αλλά δυναμική, δεν είναι αμετάβλητη αλλά απεί­ρως ποικίλη. Κάθε μέρα και κάθε ώρα, κάτω από την καθο­δήγηση του γέροντά του, ο μαθητής θα αντιμετωπίσει νέες κα­ταστάσεις, που απαιτούν μια διαφορετική απάντηση, ένα νέο είδος αυτοπροσφοράς.
Δεύτερον, η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στο πνευμα­τικό τέκνο. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν είναι μονόπλευ­ρη , αλλά αμοιβαία. Όπως ο γέροντας δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να δουν τον εαυτό τους όπως πραγματικά είναι, έτσι και οι μαθητές αποκαλύπτουν στον γέροντα τον εαυτό του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εκείνος που καλείται να γίνει γέ­ροντας δεν το αντιλαμβάνεται, μέχρις ότου οι άλλοι τον πλη­σιάσουν και επιμείνουν να μπουν υπό την καθοδήγηση του. Η αμοιβαιότητα αυτή συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέ­σης ανάμεσα στους δύο. Ο πνευματικός πατέρας δεν διαθέτει κάποιο εξαντλητικό πρόγραμμα, που έχει υποστεί επεξεργα­σία εκ των προτέρων και επιβάλλεται στον καθένα με τον ίδιο τρόπο. Αντιθέτως, αν είναι αληθινός γέροντας, διαθέτει για τον καθένα διαφορετικό λόγο· δεν προχωρεί επί τη βάσει αφηρη­μένων κανόνων, αλλά συγκεκριμένων ανθρώπινων καταστά­σεων. Εισέρχεται μαζί με τον μαθητή του στη συγκεκριμένη κα­τάσταση, χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα είναι ακριβώς η έκβαση, αλλά περιμένοντας ο καθένας τον φωτισμό του Πνεύματος. Και οι δύο, πνευματικός πατέρας και μαθη­τής, μαθαίνουν κατά την πορεία.
Η αμοιβαιότητα στη σχέση τους φαίνεται σε αρκετές ιστο­ρίες σταΑποφθέγματα των Πατέρων της Έρημου. Όπου ένας ανάξιος αββάς σώζεται από την υπομονή και την ταπεινοφρο­σύνη του υποτακτικού του. Ένας αδελφός, επί παραδείγματι, έχοντας ένα γέροντα δοσμένο στο πάθος της μέθης, πειράζεται έντονα για να τον εγκαταλείψει· αλλά αντί να φύγει, παραμέ­νει πιστός στον γέροντά του. μέχρι που ο τελευταίος οδηγεί­ται τελικά στη μετάνοια. Και ο αφηγητής σχολιάζει, «...ότι εισί νεώτεροι και οδηγούσι γέροντας εις ζωήν»17. Ο μαθητής μπο­ρεί να κληθεί να δώσει όπως και να λάβει˙ ο δάσκαλος μπορεί συχνά να μάθει απ’ τους μαθητές του. Όπως αναφέρει το Ταλμούδ: «Ο ραβίνος Χανίνα έλεγε, ‘’από τους δασκάλους μου έ­μαθα πολλά, πιο πολλά από τους συμμαθητές μου, αλλά από τους μαθητές μου έμαθα τα περισσότερα’’»38.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η σχέση δεν είναι αμφί­πλευρη αλλά τριγωνική, επειδή μαζί με τον γέροντα και τον μαθητή του υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος, ο Θεός. Ο Κύριος μας είπε πως δεν πρέπει να καλούμε κανέναν «πατέρα», γιατί έ­χουμε μόνο έναν Πατέρα τον εν Ουρανοίς (Ματθ. 13.8-10). Ο γέροντας δεν είναι κάποιος αλάθητος κριτής σ’ ένα εφετείο, αλλά συνυπηρέτης του ζώντος Θεού· δεν είναι τύραννος, αλλά ο­δηγός και σύντροφος στο ταξίδι. Ο μόνος αληθινός «πνευματι­κός οδηγός», με όλη τη σημασία της λέξης, είναι το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι ερχόμαστε στο τρίτο σημείο. Στην ορθόδοξη Παράδο­ση, οι πνευματικοί οδηγοί επιζητούσαν πάντοτε να αποφύγουν κάθε είδος καταναγκασμού και πνευματικής βίας στις σχέσεις τους με τους μαθητές τους. Αν, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, ομιλούν και ενεργούν με κύρος, το κύρος προ­έρχεται από την ταπεινή αγάπη. Θέλοντας να αποφύγουν κά­θε μηχανικό εξαναγκασμό, αρνούνται μερικές φορές να δώσουν στους μαθητές τους κάποιο κανόνα ζωής, κάποιο σύνολο εξω­τερικών εντολών που να εφαρμόζονται αυτόματα. Κατά ένα σύγχρονο Ρουμάνο μοναχό, ο γέροντας δεν είναι «νομοθέτης αλλά μυσταγωγός». Δεν καθοδηγεί τους άλλους επιβάλλοντας κανόνες, αλλά συμμεριζόμενος τη ζωή τους. Κάποιος μοναχός είπε στον αββά Ποιμένα:«αδελφοί οικούσι μετ' εμού˙ θέλεις κελεύσω αυτοίς; Λέγει αυτώ ο γέρων. Ουχί... θέλουσι και αυ­τοί, πάτερ, ίνα κελεύσω αυτοίς. Λέγει αυτώ ο γέρων. Μη· αλλά γενού αυτοίς τύπος, και μη νομοθέτης»(κάποιοι αδελφοί ήλ­θαν να ζήσουν μαζί μου· θέλεις να τους δώσω εντολές; Όχι, εί­πε ο γέροντας. Όμως, πάτερ, επέμεινε ο μοναχός, οι ίδιοι μου ζητούν να τους δώσω εντολές. Όχι, επανέλαβε ο ποιμήν, γίνε πα­ράδειγμα σ' αυτούς κι όχι νομοθέτης)40.
Το ίδιο δίδαγμα βγαί­νει και από μια ιστορία που είπε ο Ισαάκ, Πρεσβύτερος των Κελίων. Ως νέος, έμεινε στην αρχή με τον αββά Κρόνο και μετά με τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης κανείς τους όμως δεν του έλεγε τι να κάνει. Ο Ισαάκ παραπονέθηκε στους άλλους μο­ναχούς, που πήγαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Θεόδωρο. «Αλλ' εάν θέλη», απάντησε στο τέλος ο Θεόδωρος, «ο βλέπει με ποιούντα, ποιήσει και αυτός» (αν θέλει, ας κάνει ό,τι βλέπει να κά­νω εγώ)41. Όταν ζήτησαν από τον Βαρσανούφιο να δώσει ένα λεπτομερή κανόνα ζωής, αρνήθηκε, λέγοντας: «δεν θέλω να εί­σαστε κάτω από τον νόμο, αλλά μέσα στη Χάρη». Και σε άλ­λες επιστολές του έγραψε: «Γνωρίζετε πως ποτέ δεν επιβάλα­με αλυσίδες σε κανένα... Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, αλλά σπείρετε εν ελπίδι· διότι ο Κύριος μας κανέ­ναν δεν εξανάγκασε, αλλά δίδαξε το Ευαγγέλιο και όποιος ή­θελε Τον άκουσε»42.
Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Το έργο του πνευματικού πατέρα δεν είναι να καταστρέψει την ελευθε­ρία μας, αλλά να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια για τον εαυτό μας· δεν είναι να καταπιέσει την προσωπικότητά μας, αλλά να μας καταστήσει ικανούς να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό, να ωριμάσουμε και να γίνουμε αυτό που πραγματι­κά είμαστε. Αν περιστασιακά ο πνευματικός πατέρας απαιτεί απόλυτη και φαινομενικά «πικρή» υπακοή από τον μαθητή του, τούτο ποτέ δεν γίνεται ως αυτοσκοπός, ούτε με την προοπτι­κή της υποδούλωσής του. Σκοπός αυτού του είδους «θεραπείας-σοκ» είναι απλά να απελευθερώσει τον μαθητή από τον ψεύ­τικο και απατηλό «εαυτό», για να μπορέσει να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία˙ η υπακοή γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο η πύ­λη προς την ελευθερία.


28. A Wonderful Revelation to the World, στο Αρχιμανδρίτου Laza­rus Moore. St Seraphim of Sarov. 197.
29. ΑΛ. Ιωάννης ο Κολοβός 1 (204C)- tr. Ward. Sayings,85-86.
30. ΑΠ, Μάρκος ο Μαθητής τού Σιλουανού 1.2 (293D-296B)' tr..145-46.
31. Αυτόθι. Ιωσήφ της Πανεφώ 5 (229ΒC) tr. 103.
32. Αυτόθι, Σαϊώ 1 (420ΑΒ)· tr. 229. Ο γέροντας κατόπιν επέστρεφε τα πράγματα στους κατόχους τους.
33. ΑΠ. Ανώνυμη συλλογή 295· ed. Nau. ROC 14 (1909). 378- tr. Ward. Wis­dom. §162 (47). Κατά θαυματουργικό τρόπο, το παιδί δεν έπαθε τί­ποτε. Για μια παράλληλη Ιστορία, βλ. ΑΠ. Σισώης 10 (394C-396A)˙ tr. Ward. Sayings. 214 και πρβλ. Αβραάμ και Ισαάκ (Γεν. 22).
34.  Βλ. ανωτέρω. 205.
35.  Παρατίθεται στο Yves Hamant. Alexander Men: A Witness for Contempo­rary Russia (Torrance. CA: Oakwood Publication˙. 1995). 124
36.  Βλ. ανωτέρω. 188.
37. ΑΠ.ανώνυμη συλλογή 340· ed. Nau. ROC 17 (1912).295 - tr. Waid. Wisdom. §209 (56-57).
38. C.G. Montefiore and H. Loewe (ed.). A Rabbinic Anthology (London: Macmillan. 1938). §494.
39. Kitluf Andre Scrinu. "La tradition du pen? spiriruel dans l'Eghse d'Orient". Hermes. 1967. No. 4.83.
40. ΑΠ. Ποιμήν 174 ( 364C)- tr. Ward. Sayings. 191.
41. Αυτόθι. Ισαάκ ο Ιερεύς 2 (224CD)- tr.. 99-100.
42. Ερωταποκρίσεις. 25.51.35.


Από το βιβλίο:
Η ΕΝΤΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Μετάφραση από τα αγγλικά Ιωσήφ Ροηλίδης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

Η φωτό του Σεβασμιωτάτου είναι από τη σελίδα: http://orthocath.wordpress.com/
 Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
22  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  2011 


Read more:http://www.egolpion.net/ypakoh_elef8eria.el.aspx#ixzz2jmqJKH5x

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΩΝΙΑ

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΩΝΙΑ


Jean Restout "Miracles of St. Paul at Ephesus"
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΩΝΙΑ
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού
Καθηγητού Πανεπιστημίου

   ΗΙωνία, η ασιατική ακτή δηλαδή τού Αιγαίου από τη Μίλητο ως τη Φώκαια, αποικίσθηκε από Ίωνες της κυρίως Ελλάδος. Γρήγορα η περιοχή έλαβε μεγάλη ανάπτυξη και διαμορφώθηκε ηΙωνική Δωδεκάπολις, στην οποία θα προστεθεί στα τέλη τού η' π.Χ. αιώνα και η αιολική αρχικάΣμύρνη. Αυτό που έχει για το θέμα μας σημα­σία, είναιο τρόπος διατηρήσεως της ενότητας μεταξύ των πόλεων, που εξασφάλιζε συγχρόνως τη συντήρηση της μνήμης της κοινής προελεύσεως τους.Δεν ήταν φυλετικός - ρατσιστι­κός ο δεσμός τους, αλλά πνευματι­κός. Διατηρώντας την ανεξαρτησία τους κάθε μία από τις Ιωνικές πό­λεις, συνδέονταν μεταξύ τουςμε δεσμό θρησκευτικό, που συνιστούσε και τη βάση της ενότητάς τους. Έδρα της υπαρκτής ενότητάς τους ήταν τοΚοινόν Ιερόν, τοΠανιώνιον,στο ακ­ρωτήριο της Μυκάλης. Ο Πανενωτικός αυτός πνευματικός δεσμός δια­τηρούσε την ελληνικότητά τους μέσα από τη θρησκευτικότητα. Η κοινή θρησκευτική πίστη απέβαινε γι' αυτές δεσμός «εθνικός».
Η Ιωνία έμεινε, έτσι, πιστή στην ελληνικότητα, πουδεν εγκλωβίστηκε ποτέ μόνο σε δεσμούς αίματος, δημιουργώντας συν­είδηση ρατσιστική, αλλά σε δεσμούς πνευματικούς, και μάλιστα θρησκευ­τικούς, την ενιαία θρησκευτική (κατ' εξοχήν, δηλαδή, πνευματική) συνεί­δηση. Η κοινή καταγωγή και τα κοινά ήθη θα αποτελούν παραμέ­τρους αυτής της συνειδήσεως, αλλά ποτέ την πεμπτουσία της, το επίκε­ντρο της.Αυτή η κοινή θρησκευτική συνείδηση θα σωθεί ακέραια και μέσα στη χριστιανική παράδοση τού Ελ­ληνισμού γενικότερα, αλλά θα απο­τελέσει, όπως θα δούμε, και τη μεγα­λύτερη δυσκολία για το πέρασμα από την ειδωλολατρία στη χριστιανική πίστη.
Οι μικρασιατικές ελληνικές αποικίες δημιούργησαν τις πραγματικές προϋποθέσεις για τη σπορά τού Χριστιανισμού με την επέκταση της ελληνικής επιρροής,την πνευματική δηλαδή ενοποί­ηση τού ασιατικού χώρου, που εσήμαινε όχι κατακτητική, αλλά πολιτι­στική αφομοίωση,συντελέσθηκε μέ­σω τού περαιτέρω αποικισμού από την ακτή τού Αιγαίου, ως τον Πόντο. Με την εκστρατεία δε τού Μ. Αλε­ξάνδρου η πολιτιστική αυτή ενιαιοποίηση θα επεκταθεί και στα ενδότερα της Ασίας, εξασφαλίζοντας δυνα­τότητες ελεύθερης κοινωνίας και κυκλοφορήσεως των ιδεών. Όταν ο Ελληνισμός χαρακτηρίζεται «όργα­νον της Χάριτος» για την εξάπλωση της εν Χριστώ αληθείας, πρόκειται για ρεαλιστική εκτίμηση της πορείας τού κόσμου στο χώρο της Ανατολής.
Η δια τού Ελληνισμού επιτευχθείσα εκεί πολιτιστική ενότητα, μαζί με τη διοικητική ενότητα, που εξασφάλισε, κυρίως στη Δύση, η Ρωμαϊκή Αυτο­κρατορία (pax romana), περιλαμβά­νονται σ' αυτό που στην Κ. Διαθήκη εκφράζεται δια τού όρου «πλήρωμα τού χρόνου» (Γαλ. 4, 4).
Η διάδοση τού Ελληνισμού επιτεύχθηκε με τη δημι­ουργία αστικών κέντρων (ο θεσμός της πόλεως), με ελληνικά ονόματα. Τα αστικά αυτά κέντρα στο εσωτερικό της Ασίας έγιναν αφετηρίες για την εκπολιτιστική (επί)δράση τού Ελληνισμού. Η δυναμική «μι­κρά ζύμη» ήρκεσε, για να ζυμώσει «όλον το φύραμα» (Α' Κορ. 5, 6). Αυτό συνετελέσθη κυρίως στη Μικρασία, όπου υπήρχε πολυπληθέστε­ρο και συμπαγέστερο ελληνικό στοι­χείο και περισσότερες πόλεις. Βέ­βαια, οιέλληνες δεν έπαυαν ποτέ να είναι μικρές νησίδες μέσα στα ασιατι­κά φύλα (Λυδοί, Κάρες, Βιθυνοί, Παφλαγόνες, Ίσαυροι κ.λπ.), αλλά ήταν μεγάλη η διεισδυτική δύναμη τού ελληνικού πνεύματος. Με την εξάπλωση τού Χριστιανισμού, της θεανδρικής αυτής πραγματικότη­τας, η πάντοτε υφισταμένη καθ' οι­ονδήποτε τρόπο διάκριση μεταξύ Ελλήνων και «βαρβάρων» θα περι­βληθεί σε «εν Χριστώ» ενότητα, όπου «ουκ ενι Έλλην ή βάρβαρος», αλλά «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» (Κολ.3, 11).
Η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στο χώ­ρο της Ιωνίας επετεύχθη στο πρόσωπο τού Απ. Παύλου και των συνεργών του. Ο Παύλος εισά­γει ήδη στον μικρασιατικό Ελλη­νισμό τον «τύπο» τού Ρωμηού, τού Έλληνα της αυτοκρατορίας της Νέ­ας Ρώμης (Βυζαντίου από το 1562), δηλαδή τηςΡωμανίας. Διότι ενσάρ­κωνε το τρίπτυχο της Ρωμανίας:Ρωμαίος πολίτης και Χριστιανός με ελληνική παιδεία. Όχι άδικα δε ονο­μάσθηκε ο Παύλος «Απόστολος των Εθνών», διότι ευαγγελίσθηκε τον Χριστό στους πληθυσμούς εκείνους, που μέσα στη Γραφή χαρακτηρίζο­νταν «Έθνη». Το άνοιγμα όμως της Εκκλησίας προς τα Έθνη γίνεται ήδη στο κατά Ιωάννην και θεμελιώ­νεται από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό˙ Ιωάν. 12, 20-24: «Ήσαν δε Έλλη­νες τινές εκ των αναβαινόντων, ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή. Ούτοι ουν προσήλθον Φιλίππω τω από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ηρώτων αυτόν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν. Έρχεται Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα, έρχεται Ανδρέας και Φίλιππος και λέγουσι τω Ιησού. Ο δε Ιησούς αποκρίνεται αυτοίς λέγων ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου». Με τηΣύνοδο στα Ιεροσόλυμα(Αποστολική, Πράξ. 15, 6 έ.) γίνεται επίσημα το άνοιγμα στους Εθνικούς και ο Απ. Παύλος θα αναδειχθεί σε κατ' εξοχήν «απόστολο των εθνών» και ευαγγελιστή της οι­κουμένης, όλης δηλαδή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ως «θαύμα» - μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός -θεωρείται, η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού μέσα στην Ιστορία. Διότι με αυτήν συντε­λείται η αποφασιστικότερη αλλαγή στην πορεία του κόσμου. Πρόκειται για καθολικό αναπροσανατολισμό της Οικουμένης και είναι η μόνη περίπτωση στην Ιστορία, για την οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανεπιφύλακτα ο όρος «Νέα Εποχή», αφού με αυτόν χαρακτηρίζεται ο νέος κόσμος, πού γεννήθηκε, με την άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, την ημέρα της Πεντηκοστής. Είναι «το σώμα του Χριστού», η Εκκλησία. Και ολόκληρη η ελληνορωμαϊκή Οι­κουμένη εξελικτικά θα μεταμορφω­θεί σε Εκκλησία, ως Χριστιανική Οικουμένη. Με τη συναδέλφωση και ένωση Ελληνισμού - Χριστιανισμού ανακαινίζεται ο κόσμος και η Ιστορία. Και τούτο πραγματοποιείται με δια­δοχικές υπερβάσεις. Πρώτα με τήν υπέρβαση του ιουδαϊκοί εθνικισμού και τη χριστιανική κατάφαση και του κόσμου των Εθνών, όλης της Οικου­μένης. Με το μήνυμα του Ευαγγελί­ου καταξιώνεται η παγκοσμιότητα του μηνύματος της πατρότητας του Θεού («σωτήρ πάντων ανθρώπων, μάλιστα πιστών», Α' Τιμ. 4, 10), ο οποίος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. 2, 4). Ενούμενος όμως με το Χριστιανισμό πραγματο­ποιεί και ο Ελληνισμός την μεγαλειωδέστερη αυθυπέρβασή του.
Ηουσία του Ελληνισμού είναι «η ζήτησις της αληθείας» (Κλήμης Αλεξανδρεύς) (πρβλ. Α' Κορ. 1, 22). Της Αλήθειας σε όλες της τις εκφάνσεις και πραγματώσεις, συνεπώς και στο χώρο της θρησκείας. Ο λόγος του Απ. Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών καταξιώνει χριστιανικά αυ­τή τη ζήτηση, ως αυθεντική καιει­λικρινή, και πραγματοποιεί τη γεφύ­ρωση ανάμεσα στη ζήτηση και τη διά του Παύλου απάντηση του Θεού: «ον ούν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν» (Πράξ. 17, 23). Αυτού του πνεύματος φορέας ήταν ο Απ. Παύλος, όταν επισκεπτό­ταν και την Ιωνία.
Οεκχριστιανισμός της μικρα­σιατικής Ιωνίας έγινε διά του Απ. Παύλου, του φωτιστού όλου του Ελληνισμού. Κατά τηνβ' περιοδείατου ο Παύλος (Πράξ. 16 έ.) πέρασε εγκάρσια όλη τη Μικρασία. Το όραμα με τον Μακεδόνα στην Τρωάδα (Πράξ. 16, 9 έ.), πού καλούσε τον Παύλο («...διαβάςειςΜακεδονίαν βοήθησον ημίν»), θα φέρει τον Απόστολο στο έδαφος της μητροπολιτικής Ελλάδας, με πρώτο πέρασμα τη Σαμοθράκη (Πράξ. 16, 11). Ο Παύλος ακολούθησε, έτσι, αντίστροφη πορεία από εκείνη του Αλεξάνδρου, για την πνευματική κα­τάκτηση της Δύσεως.
Μετά από μία σύντομη παραμονή στην Έφεσο κα­τά την επιστροφή του (Πράξ. 18, 19), θα επανέλθει σ' αυτήν ο Παύλος (19, 1 έ.) εισάγοντας αυθεντικά το Χριστιανισμό, όπως αφηγείται ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστό­λων. Η ελληνική Μητρόπολη της Ιωνίας θα γίνει με τον εκχριστιανισμό της η πρώτη (σε σημασία) Χρι­στιανική Μητρόπολη της Ασίας, με δεύτερη την Εκκλησία της Σμύρνης. 
Ηγενέτειρα του σοφού Ηρακλείτου και όλη η ανθυπατική Ασία (19, 26) έγινε πεδίο ιεραποστολικής δραστηριότη­τας του Παύλου και των μαθητών του. Οι Πράξεις των Αποστόλων δί­νουν μία εκτενή αναφορά στη δράση του Παύλου εκεί, μία δράση πού, όπως αναμενόταν, λειτούργησε προκλητικά και στους εξαρτημένους από τον φαρισαϊκό φανατισμό Ιου­δαίους, αλλά και στους συνδεόμενους με τη λατρεία τηςΑρτέμιδοςΈλλη­νες και λοιπούς εθνικούς. Ο «παλαι­ός κόσμος» - Ιουδαϊσμού και εθνισμού - αντιστάθηκε με πείσμα στο ευαγγέ­λιο της «καινής κτίσης» (Γαλ. 6, 15), διότι αυτό κατέλυε την εξουσία του. Δυναμικότερη όμως υπήρξε η αντίδραση εκ μέρους του εθνικού κό­σμου.
ΗΈφεσος, λόγω της λατρείας τηςΑρτέμιδος(Dianae των Ρωμαίων) ήταν πόλη ιερή, στο κέντρο της οποίας δέσποζε μεγαλόπρεπα ο Ναός της θεάς. Η Έφεσος ήταν κάτι σαν Ιερουσαλήμ της Ασίας. Μεγάλο μέρος τού πλη­θυσμού προσποριζόταν μεγάλα οικονομικά οφέλη από το Ναό. Ήταν το «κεφάλαιο» της περιοχής. Ο Ναός ήταν συγχρόνως και Τράπεζα. Στρα­τός ολόκληρος από ιερείς και Ιέρειες, νεωκόρους, τραγουδιστές, μουσικούς, μάγους, αλλά και κακούργους, που κατέφευγαν στο άσυλο τού Ναού -όλα δηλαδή τα συνδεόμενα με τη «θρησκεία» στοιχεία - είχαν κάθε λό­γο να δουν τον Παύλο ως κοινωνικό ανατροπέα και αναιρέτη της «κα­θεστηκυίας» κοινωνικής τάξεως. Για τις ταραχές, που προκάλεσε ο «αργυροχόος»Δημήτριος, γίνεται λόγος, πάλι, στις Πράξεις (19, 23 έ.). Ο Παύλος, κηρύσσοντας την πνευματι­κή λατρεία τού Χριστιανισμού (Ιω. 4, 24), απέρριπτε στην πράξη τους χειροποίητους «θεούς» των ειδώλων και τις ειδωλολατρικές πρακτικές. Το επιχείρημα τού Δημητρίου ήταν: Δεν κινδυνεύουμε μόνο επαγγελμα­τικά, αλλά και ιδεολογικά (ο ναός χάνει τη σημασία του). «Η θεά κιν­δυνεύει να χάσει το μεγαλείο της».
 Είναι η πρώτη Ιστορικά ουσιαστική προσπάθεια οργανωμένων οικονο­μικών συμφερόντων να ανακόψουν την εξάπλωση τού Χριστιανισμού. Συγχρόνως όμως είναι και μία απόδειξητηςανθεκτικότητας της παλαιάς τάξεως πραγμάτων - και ιδιαί­τερα τού θρησκευτικού κατεστημένου τού ελληνορωμαϊκού κόσμου. Στο επίπεδο της κρατικής θρησκείας και της θρησκεύουσας φιλοσοφίας θα διε­ξάγεται στο εξής η πάλη Χριστιανισμού - Ελληνισμού. Το γεγονός, όμως, ότι «τινές των Ασιαρχών» θα μείνουν «φίλοι» τού Παύλου και θα τον προστατεύσουν (Πράξ. 19, 31), είναι η προγραμματική επιβεβαίωση μιας αμετάτρεπτης έκτοτε πραγμα­τικότητας: ο Χριστιανισμός (ως Ορθοδοξία) δεν θα λάβει στον Ελληνι­σμό ποτέ ταξικό χαρακτήρα, αφού άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα θα τον δέχονται ή θα τον απορρίπτουν. Η στάση της κοινωνίας της Εφέσου απέναντι στο κήρυγμα τού Παύλου αποκαλύπτει τη στάση τού «παλαιού κόσμου» απέναντι στην «καινότητα» τού ευαγγελικού μηνύ­ματος. Οι «προς Εφεσίους» επιστο­λές τού Παύλου και τού αγίου Ιγνα­τίου τού Θεοφόρου (107 μ.Χ.), από τα σημαντικότερα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας, φανερώ­νουν τη σημασία της ελληνικής Εφέ­σου ως χριστιανικού κέντρου στην αποστολική και μεταστολική εποχή.
Το έργο τού Παύλου θα συνεχί­σει στην Έφεσο οευαγγελι­στής Ιωάννης, ο οποίος στην Αποκάλυψη (2, 1-7) θα αναφερθεί στον «άγγελον» της «εν Εφέσω Εκ­κλησίας». Για τη διαμονή και δράση τού Ιωάννη στην Έφεσο, ισχυρότερη ως σήμερα μαρτυρία είναι το όνομα της περιοχής:Ayasoluk(σημαίνει: άγιος Θεολόγος). Ο μαθητής τού ΠαύλουΤιμόθεος(«υιός γυναικός Ιουδαίας πιστής, πατρός δε Έλληνος», Πράξ. 16, 13) φέρεται ως πρώ­τος Επίσκοπος της Εφέσου και της Ιωνίας (από την αρχή της δεκαετίας τού 60 ως το 97 περίπου, που μαρτύ­ρησε) . Τον β' αιώνα η Έφεσος θα είναι πολυάριθμη εκκλησία με καλή οργάνωση και έντονη πνευματική ζωή. Στα τέλη του αιώνα αυτού θα εί­ναι το μητροπολιτικό κέντρο της Α­σίας, ως τον ια' αι., οπότε θα κατα­στραφεί από τους Σελτζούκους η πόλη. Η σύγκληση στην Έφεσο τηςΓ' Οικουμενικής(431) και της «Λη­στρικής» Συνόδου (449) φανερώνουν τη σπουδαιότητά της τον ε' αιώνα.
Το δεύτερο σε σημασία χριστια­νικό κέντρο της Ιωνίας θα είναι από τους αποστολικούς χρόνους ηΣμύρνη. Η Εκκλησία της μαρτυρείται αμέσως μετά την Εκ­κλησία της Εφέσου στην Αποκάλυ­ψη (2, 8-10). Εκεί θα γράψει τις επιστολές του προς τις εκκλησίες Τράλλεων, Μαγνησίας, Εφέσου και Ρώ­μης ο άγιοςΙγνάτιος ο Θεοφόρος(107). Ο επίσκοπος τηςΠολύκαρ­ποςαναδεικνύεται μεγαλειώδης μορφή της αρχαίας Εκκλησίας με το μαρτύριο του στην πόλη της Σμύρνης (165 μ.Χ.). Η Εκκλησία της Σμύρνης είχε ομαλότερη πορεία από εκείνη της Εφέσου, διότι τον ιγ' αιώ­να περιελήφθη στην αυτοκρατορία της Νικαίας και έζησε μία νέα ακμή, για να αποβεί το σημαντικότερο κέν­τρο τού Ορθοδόξου Ελληνισμού (της «ρωμηοσύνης») ως τα 1922.
Είναι γεγονός ότι και στην Ιω­νία, όπως σε κάθε περιοχή τού ρωμαϊκού κόσμου, στην οποία ήκμαζε ο Ελληνισμός, η είσοδος τού Χριστιανισμού οδήγησε σε ένα νέο ιστορικό μέγεθος, που εκφραζόταν με ένα νέο τρόπο υπάρξεως και μετα­στοιχείωσε τελικά όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το νέο αυτόμέγεθος είναι η Ορθοδοξία, που δηλώνει το Χριστιανισμό στην αυθεντικότητά του, ενωμένο ασύγχυτα και αδιαίρε­τα με τη μεταμορφωμένη εν Χριστώ ελληνικότητα.
Η Ορθοδοξία θα αποβεί οκυριότερος συνθετικός παράγοντας των ασιατικών πληθυσμών και το μεγαλύτερο στή­ριγμα τους. Ο Ν. Γιόργκα έχει δί­κιο, όταν βλέπει την Ορθοδοξία ως «μέγαν παράγοντα εξελληνισμού» των ασιατικών περιοχών, διότι πράγματι ο πλήρης εξελληνισμός της Μικρασίας και γενικά τού «Βυζαντί­ου» / Ρωμανίας επετεύχθη μέσω της Ορθοδοξίας.Διότι ο Χριστιανισμός ως Ορθοδοξία διέσωσε όλα τα αυ­θεντικά στοιχεία της ελληνικότητας, ό,τι εκλεκτότερο είχε δημιουργήσει, κινούμενος από τη θεία χάρη, ο κόσμος προ της Σαρκώσεως.
Το περίεργο είναι, ότι η σύγ­κρουση Ελληνισμού - Χριστιανισμού ήταν σφοδρότερη στο χώρο της λαϊκής θρησκείας (ας θυμηθούμε τα γεγονότα της Εφέ­σου), απ’ όσο στο χώρο τού πνεύμα­τος, όπου διαπιστωνόταν η κατ' αρ­χήν σύμπτωση τους: οικουμενικότη­τα, υπερφυλετικότητα (αντιρατσισμός), επίγνωση των ορίων τού λό­γου, εσωτερικότητα, αλλά και κοι­νωνικότητα. Η σύνδεση Χριστιανισμού - Ελληνισμού, θα διατηρήσει την ισορροπία της στα πρόσωπα των Αγίων, των Πατέρων, διότι αυτοί σ' όλους τους αιώνες θα ιεραρχούν ορθά τα δύο μεγέθη. Στην πατερική παρά­δοση Ελληνισμός και Χριστιανισμός δεν συνδέονται ως ισοδύναμα μεγέθη. Σ' αυτήν η Ορθοδοξία δεν είναι απλή συνέχεια τού Ελληνισμού, αλλ'υπέρ­βασήτου.Ο Ελληνισμός πεθαίνει και ανασταίνεται για να ενωθεί με το Χριστιανισμό, ως ανθρώπινη φύση σε μία θεανθρώπινη ενότητα.Έτσι, δικαιώνεται μεταξύ άλλων ο άγιοςΓρηγόριος ο Παλαμάς, όταν διακη­ρύσσει: «Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω φθέγγηται, αλλ' έπί των βημάτων μόνον επί δε των νοη­μάτων πολύ το μεταξύ. Νουν γαρ ούτοι (...) έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπινής δια­νοίας φθέγγονται». Ο Άγιος Γρηγόριος συνοψίζει εδώ την πατερική αυτοσυνειδησία.
Ανισορροπία στη διασύνδεση Χριστιανισμού - Ελληνι­σμού υπάρχει στηναίρεση. Στις αιρέσεις ο Ελληνισμός δεν υπερβαίνεται, αλλά παραλαμβάνεται αυτούσιος. Γι' αυτό ορθά έχει λεχθεί (Α. Harnack), ότι στις αιρέσεις συντε­λείται «εξελληνισμός του Χριστιανι­σμού». Το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» (843 μ.Χ.) έχει δώσει την τε­λεσίδικη λύση στη σύνδεση Χριστια­νισμού και Ελληνισμού ως θύραθεν σοφίας: «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα και μη δια παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις ματαίως αυτών δόξαις επομένοις και ως αληθέσι πιστεύουσιν (...), ανάθεμα».
Η Χριστιανική Ελλάς δεν εί­ναι οξύμωρον, αλλά «καινή κτίση», νέο ιστορικό μέγε­θος, ένωση θείας και ανθρώπινης φύ­σεως, θεανθρωπισμός, ως Ορθοδοξία. Γι' αυτό και η τυχόν επιστροφή τού σημερινού Ελληνισμού στην προχριστιανική αρχαιότητα θα είναι εγχείρημα απονενοημένο. Διότι κάτι τέτοιο είναι πια για τον Ελληνισμό αδύνατο και ισοδυναμεί με αυτοκτο­νία.
Ο Ελληνισμός της μικρασια­τικής Ιωνίας, γνήσιο τμή­μα τού καθόλου Ελληνισμού, διέγραψε και αυτός την καθορισμένη από τη Θεία Χάρη πορεία του από το Πανιώνιο στη Ρωμηοσύνη. Η αρχαία θρησκεία, που αποτελούσε το πνευματικό στοιχείο της ενότητάς του, υποχώρησε μπροστά στην Πίστη τού Χριστού, που θα τον οδηγήσει σε μία καθολικότερη ενότητα στα όρια της Ελληνορθόδοξου Ρωμανίας, της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης! Από τη λατρεία της Μεγάλης Θεάς, της Αρτέμιδας, θα αναχθεί στην τιμή της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Παναγίας.
Στην Έφεσο, όπου εν ονόματι της Αρτέμιδας διώχθηκε ο Απ. Παύλος, θα κηρυχθεί συνοδικά (431) η εκ Παρθένου Μαρίας σάρ­κωση τού Θεανθρώπου Σωτήρος και η Παναγία θα ομολογηθεί «αληθώς Θεοτόκος». Η Ελληνική συνείδηση στρέφεται, έτσι, από την Αθήνα στην Πόλη τού Γένους, με την οποία θα μείνει αδιάσπαστα ενωμένη η Ελλη­νική Ιωνία. Ο Ελληνισμός της θα συνεχίσει να δίνει δια μέσου των αιώ­νων τη μαρτυρία του για την Αλή­θεια, από την εποχή τού Ηρακλείτου ως την εποχή μας.
Για την αλήθεια τού Χριστού θα μαρτυρήσει ο άγιος Πολύκαρπος καιγια την Ελληνοορθοδοξία θα θυσιαστεί ο Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Εθνομάρτυς (1922). Πρόκειται για την ίδια μαρτυρική διάθεση και προσφορά δια μέσου των αιώνων, που καταξιώνει τον Ελλη­νισμό ως παγκόσμιο φωτοδότη.

ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΕΝΟΡΙΑΚΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ Ι.Ν. ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Ν. ΙΩΝΙΑΣ
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ:
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ  www.egolpion.com
Σημείωση:Το κείμενο αυτό, που αποτελεί ανακοίνωση στο Συνέδριο «Ιωνία: Μνήμες και προοπτικές» (Νοέμβρ. 1992), προϋποθέτει το βιβλίο τού συγγραφέα «Ορθοδοξία και Ελλη­νικότητα» (Αθήνα 1992).
Πηγή εικόναςεδώ

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com 
26   ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ   2011  


Read more:http://www.egolpion.net/ellhnismos_xristianismos_iwnia.el.aspx#ixzz2jmpVMFB7

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ: «Περί του ζητήματος της “ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ”

ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ: «Περί του ζητήματος της “ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ”

«Περί τοῦ ζητήματος τῆς “ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΗΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΩΣ”, συμφώνως τοῖς Ν. 3984/2011 καί 4075/2012» 

Πρωτ. 4035 
Ἀριθμ. Διεκπ. 1778 
Ἀθήνῃσι 26ῃ Σεπτεμβρίου 2013 
Συνοδικῇ Ἀποφάσει, ληφθείσῃ ἐν τῇ Συνεδρίᾳ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 31ης μηνός Αὐγούστου ἐ.ἔ., καί κατόπιν σχετικῆς εἰσηγήσεως τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπί τῆς Βιοηθικῆς, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἐν τῇ ῥηθείσῃ Συνεδρίᾳ Αὐτῆς, ἤχθη εἰς τήν ἀπόφασιν ὅπως ὑπευθύνως πληροφορήσῃ ὑμᾶς ἐπί τῶν ὡς κάτωθι.
 
Διά τοῦ νέου Νόμου 3984/2011 περί τῶν μεταμοσχεύσεων καί τῆς δωρεᾶς ὀργάνων, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησε τόν παλαιότερον Νόμον 2737/1999, εἰσήχθη ἡ ἔννοια τῆς εἰκαζομένης συναινέσεως, κατά τήν ὁποίαν ὅποιος δέν ἔχει δηλώσει ἐγγράφως, ὅσον ἦτο ἐν ζωῇ, ὅτι ἀρνεῖται τήν μετά θάνατον δωρεάν τῶν ὀργάνων του, τότε αὐτομάτως θεωρεῖται καί δωρητής. Ὑπό τήν ἔννοιαν αὐτήν, ἡ μή ἄρνησις ἑρμηνεύθη ὑπό τοῦ νομοθέτου ὡς συναίνεσις. Ἡ διατύπωσις τοῦ Ν. 3984 (ἄρθρ. 9, παρ. 2) ἔχει ὡς ἑξῆς: «Η αφαίρεση ενός ή περισσότερων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του”. Ὁ Νόμος προέβλεπεν ὅτι ἡ ἰσχύς τῆς ἀνωτέρω διατάξεως θά ἤρχιζεν ἀπό 1ης Ἰουνίου 2013. 
Εἰς τό ὡς ἄνω μέτρον ἀντέδρασαν διά ποικίλους λόγους διάφοροι φορεῖς, ὡς ὁ Ἐθνικός Ὀργανισμός Μεταμοσχεύσεων, οἱ σύλλογοι μεταμοσχευμένων, οἱ σύλλογοι νεφροπαθῶν, ὁ Πανελλήνιος Ἰατρικός Σύλλογος, ὁ Ἐθνικός Σύνδεσμος Νοσηλευτῶν Ἑλλάδας καί κυρίως ἡ Ἱερά Σύνοδος, ἡ ὁποία μάλιστα ἀπέσυρε τόν ἐκπρόσωπόν της ἀπό τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Μεταμοσχεύσεων. 
Κατόπιν τούτου, ὁ τότε Ὑπουργός Ὑγείας, κ. Ἀνδρέας Λοβέρδος, ὑπεχρεώθη καί προσῆλθεν εἰς συνάντησιν μετά τῶν μελῶν τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου, τήν 13ην Ὀκτωβρίου 2011, ὁπότε καί μεταπεισθείς ὑπεσχέθη νά διορθώσῃ διά τροπολογίας τήν ἐπίμαχον διάταξιν, ὅπερ καί τελικῶς ἐγένετο διά τοῦ Νόμου 4075/ 2012, ὅπου εἰσάγεται ἡ ἔννοια τῆς οἰκογενειακῆς συναινέσεως (Ἄρθρο 55, παρ. 4, ΦΕΚ 86, τεῦχ. Α΄, 11.4.2012), ἤτοι εἰς τήν ἀρχικήν διατύπωσιν τοῦ Ν. 3984 (ἄρθρ. 9, παρ. 2) «Η αφαίρεση ενός ή περισσότερων οργάνων από ενήλικο, θανόν πρόσωπο πραγματοποιείται εφόσον, όσο ζούσε, δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του”, προστίθεται ἡ περιοριστική πρότασις: «και κατόπιν συναίνεσης της οικογένειάς του». 
Ὡς ἐκ τούτου, εἰσάγεται ἡ συναίνεσις τῆς οἰκογενείας. Ἐν τέλει, αὐτή ἡ τροπολογία ἀφ’ ἑνός μέν καταργεῖ κατ’ οὐσίαν τήν εἰκαζομένην συναίνεσιν, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὑπερέχει ἀκόμη καί τοῦ παλαιοτέρου νόμου, τοῦ Ν. 2737/1999, διότι ἐκεῖ ἤρκει ἡ σιωπή τῶν στενῶν συγγενῶν, ἐνῷ τώρα ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε ἡ συναίνεσίς των. 
Ἐν ὄψει τῶν ἀνωτέρω, διαπιστοῦται πασιφανῶς ὅτι ἡ ἀντίληψις καθ’ ἥν ἀπό 1-6-2013 τυγχάνομεν ὅλοι «ἐν δυνάμει δότες» ἀποδεικνύεται προφανῶς ἐσφαλμένη. Ταῦτα πάντα γνωρίζοντες ὑμῖν, παρακαλοῦμεν ἐν ταὐτῷ διά τήν ὀρθήν κατά τά ἀνωτέρω ἐπί τοῦ θέματος πληροφόρησιν τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος. 
Ἐντολῇ καί Ἐξουσιοδοτήσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου 
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς 
† Ὁ Διαυλείας Γαβριήλ 

(Σχόλιο Κατάνυξης: Δηλαδή με τη διόρθωση αυτή καλύπτεται η Ιεραρχία; Δέχεται τον εγκεφαλικό θάνατο; Δίνει την ευλογία της στη δωρεά οργάνων σώματος; Μήπως το χριστεπώνυμον πλήρωμα θα έπρεπε να λάβει μια κάθετη και απόλυτη θέση της Εκκλησίας, ένα μεγάλο ΟΧΙ της στον εγκληματικό Νόμο περί δωρεάς οργάνων σώματος;)

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: Στοχαστικός τρόπος θεολογίας, ένας λαϊκισμός που εξασκείται από «χειροτονητούς θεολόγους»

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: Στοχαστικός τρόπος θεολογίας, ένας λαϊκισμός που εξασκείται από «χειροτονητούς θεολόγους»

Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος: "Νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή «θεολογία»


Μελετώντας κανείς τα κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, διαπιστώνει ότι η βάση της ορθόδοξης θεολογίας είναι η αποκάλυψη του Θεού που δόθηκε στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Πατέρες δια μέσου των αιώνων.

Είναι χαρακτηριστική η αρχή της προς Εβραίους Επιστολής: «Πολυμερώς και πολυτρόπως πάλαι ο Θεός λαλήσας τοις πατράσιν εν τοις προφήταις, επ ἐ­σχά­του των ημερών τούτων ελάλησεν ημίν εν υιώ» (Εβρ. α , 1).

Έτσι, οι Άγιοι είναι οι θεόπνευστοι θεολόγοι, οι οποίοι διατυπώνουν την εμπειρία τους σε όρους για να την διαφυλάξουν από την αίρεση και την διαστρέβλωση.

Οπότε, οι όροι-δόγματα είναι σημαντικό στοιχείο της παραδόσεώς μας και δεν μπορεί κανείς να τα κλονίση χωρίς να χάση τον δρόμο προς την σωτηρία του.

Είναι σημαντική η φράση της ησυχαστικής Συνόδου του 14ου αιώνος, όπως εκφράζεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, ότι πορευόμαστε «κατά τας των αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα».

Οι Άγιοι δεν εκφράζουν δική τους θεολογία, αλλά διατυπώνουν, με τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους, την αποκάλυψη την οποία βίωσαν εν Αγίω Πνεύματι. Έξω από αυτήν την προοπτική όχι μόνον δεν υπάρχει ορθόδοξη θεολογία, αλλά κλονίζεται σοβαρώς το θεμέλιο της σωτηρίας.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ερμηνεύοντας τα όσα λέγει ο Απόστολος Παύλος για την αρπαγή του στον Παράδεισο, όπου «ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώποις λαλήσαι» (Β Κορ. ιβ , 1-4), λέγει ότι αυτά τα ρήματα είναι οι ελλάμψεις της ακτίστου δόξης του Θεού, οι οποίες λέγονται άρρητες, γιατί δεν μπορούν να εκφρασθούν τελείως από αυτούς που δέχονται την εμπειρία της αποκαλύψεως, επειδή είναι υπέρ το μέτρο της ανθρωπίνης φύσεως και δυνάμεως.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μιλώντας για το θέμα αυτό λέγει ότι η αποκάλυψη δίνεται στους Αγίους με άρρητα ρήματα και οι Άγιοι την εκφράζουν, όσο είναι δυνατόν, με κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα για να διδάξουν τους ανθρώπους, προκειμένου να βαδίσουν τον δρόμο της σωτηρίας τους.

Γίνεται φανερόν ότι η αποκάλυψη του Θεού μεταφέρεται με όρους κάθε εποχής, από τους φορείς της Αποκαλύψεως, τους πραγματικούς θεολόγους, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι «ου παντός, ω ούτοι, το περί Θεού φιλοσοφείν... ου πάντων μεν, ότι των εξητασμένων και διαβεβηκότων εν θεωρία και προ τούτων και ψυχήν και σώμα κεκαθαρμένων η καθαιρομένων, το μετριώτατον».

Οι θεολόγοι αυτοί –οι θεούμενοι– γνωρίζουν εκ πείρας τον Θεό, αναγνωρίζουν και σέβονται τους προγενεστέρους θεόπτες και αποδέχονται τους όρους που εκείνοι χρησιμοποίησαν.

Επομένως, εκείνοι που μπορούν να κάνουν, αν χρειασθή, μερικές εξωτερικές αλλαγές είναι οι ακραιφνείς εμπειρικοί θεολόγοι, οι οποίοι έχουν την ίδια παράδοση με τους προγενεστέρους Πατέρες. Εμείς οι άλλοι οφείλουμε υπακοή σε αυτούς τους «πείρα μεμυημένους» και καθοδήγηση από αυτούς.

Στον «Αγιορειτικό Τόμο», που είναι έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, γράφεται ότι τα δόγματα τα γνωρίζουν «οι αυτή τη πείρα μεμυημένοι», οι οποίοι απαρνήθηκαν τα χρήματα, την δόξα των ανθρώπων και τις κακές ηδονές του σώματος, για χάρη της ευαγγελικής ζωής· βεβαίωσαν αυτήν την αποταγή με την υποταγή τους σε εκείνους που έχουν προχωρήσει στην κατά Χριστόν ηλικία, και αφού έζησαν τον ιερό ησυχασμό με προσευχή, ενώθηκαν με τον Θεό με μυστική ένωση μαζί Του και έτσι «τα υπέρ νουν εμυήθησαν».

Αυτοί είναι οι πραγματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας που έχουν τις δυνατότητες να διατυπώσουν την θεολογία. Εκτός από αυτούς υπάρχουν και εκείνοι που ενώνονται με τους πρώτους «τη προς τους τοιούτους αιδοί και πίστει και στοργή».

Άλλος τρόπος θεολογίας δεν υπάρχει μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί έξω από αυτήν την θεολογία υπάρχει ο στοχασμός, η συνθηματολογία και ο λαϊκισμός.Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όταν βλέπη «την νυν γλωσσαλγίαν και τους αυθημερινούς σοφούς και τους χειροτονητούς θεολόγους», οι οποίοι αρκούνται μόνον στο να θέλουν να είναι σοφοί, λέγει: «ποθώ την ανωτάτην φιλοσοφίαν και σταθμόν έσχατον ζητώ, κατά τον Ιερεμίαν, και εμαυτώ μόνω συγγενέσθαι βούλομαι». Πράγματι, σήμερα μας καταλαμβάνει θλίψη, γιατί η εποχή μας γέμισε από «αυτοχειροτονήτους θεολόγους» που διδάσκουν Κληρικούς και λαϊκούς και δημιουργούν σύγχυση στον λαό.

Αυτά τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα για να κατανοηθούν όσα θα ακολουθήσουν.



1. «Παλαμική» και «νεοπαλαμική» θεολογία

Ο 14ος αιώνας ήταν πολύ σημαντικός για την Εκκλησία, γιατί για πρώτη φορά συναντήθηκε η ορθόδοξη θεολογία με την δυτική σχολαστική θεολογία στα πρόσωπα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Βαρλαάμ.

Στον διάλογο αυτό φάνηκε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν φορεύς και εκφραστής ολοκλήρου της θεολογίας της Εκκλησίας, από την πρώτη περίοδο του Χριστιανισμού μέχρι την εποχή του, αφού εξέφρασε την διδασκαλία των Αποστόλων, των Αποστολικών Πατέρων, των μεγάλων Πατέρων του 4ου αιώνος, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου κ.α. Σε όλη αυτήν την περίοδο η θεολογία της Εκκλησίας είναι ενιαία, απλώς σε μερικά σημεία αλλάζει η εξωτερική διατύπωσή της από διάφορες ανάγκες. Γι' αυτό ο άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίσθηκε και παραδοσιακός και νέος θεολόγος.

Έτσι η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν μπορεί να θεωρηθή ως «παλαμική» θεολογία, αλλά ως θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας που εκφράσθηκε από αυτόν. Το ίδιο παρατηρούμε και με την διδασκαλία όλων των Αγίων.

Συνήθως, οι απόψεις των αιρετικών λάμβαναν την ονομασία από το πρόσωπό τους, όπως αρειανισμός, νεστοριανισμός, παυλικιανισμός κλπ. Οπότε, θεωρείται αστοχία να ονομάζεται η διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου ως «βασιλειανή», του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου ως «γρηγοριανή», του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ως «χρυσοστομική» κλπ. Το ίδιο και θεωρείται αστοχία να ονομάζεται η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ως «παλαμική» θεολογία.

Όμως, κάποια στιγμή η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά χαρακτηρίσθηκε από μερικούς ως «παλαμική». Νομίζω δε ότι τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται με έναν σκωπτικό χαρακτήρα, για να υποτιμηθή και να θεωρηθή ως κάποια οθνεία διδασκαλία, διαφορετική από την θεολογία της Εκκλησίας. Υπήρχαν δε και θεολόγοι οι οποίοι στο παρελθόν έγραψαν υποτιμητικά για την όλη ησυχαστική παράδοση που εξέφρασε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.

Στην συνέχεια εμφανίσθηκε και ο όρος «νεοπαλαμική» θεολογία, ως μια προσπάθεια επαναδιατύπωσης και επανερμηνείας της θεολογίας του μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας, στα σύγχρονα δεδομένα. Κι αυτό δημιουργεί έντονο προβληματισμό, γιατί νομίζω ότι έτσι επιχειρείται μια αλλοίωση της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Για παράδειγμα, αναλύεται η διδασκαλία της Εκκλησίας που εκφράζεται από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά για την σχέση και διαφορά μεταξύ ουσίας και ενεργείας, αλλά, συγχρόνως, απορρίπτεται η ησυχαστική παράδοση ως ευσεβιστική, η οποία είναι η οδός για την προσωπική μέθεξη της ακτίστου ενεργείας του Θεού.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: πως μπορεί να ομιλή κάποιος επιστήμονας για μια θεωρία, όταν απορρίπτη την πράξη, η οποία την επιβεβαιώνει; Αυτό είναι και αντιεπιστημονικό. Γι' αυτό κατά την «συνοδική διαγνώμη», αφορίζονται εκείνοι που δεν δέχονται την ησυχαστική παράδοση την οποία εκφράζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι «αυτώ συνάδοντες μοναχοί».

Από πολλά χρόνια γνώριζα αυτήν την νοοτροπία, λόγω της ενασχολήσεώς μου με το έργο και την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Γι' αυτό, όταν θέλησα να αναλύσω την διδασκαλία του και να καταγράψω τα πολυχρόνια συμπεράσματά μου, το έκανα επί τη βάσει της ζωής των εξαγιασμένων αγιορειτών Πατέρων, οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν την ίδια ησυχαστική παράδοση και εμπειρία που είχε γνωρίσει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και είχε βιώσει στο Άγιον Όρος.

Έτσι το έργο το οποίο συνέγραψα έχει τον τίτλο: Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως Αγιορείτης. Αυτό προκάλεσε την δυσαρέσκεια μερικών κύκλων που επέμεναν να ερμηνεύουν την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με έναν στοχαστικό, σχολαστικό και φιλοσοφικό τρόπο. Δεν μπορεί, όμως, να δη κανείς την ησυχαστική διδασκαλία ανεξάρτητα από τον χώρο που βιώθηκε και είναι ζωντανή μέχρι σήμερα.

Επομένως, οι όροι «παλαμική» και «νεοπαλαμική» θεολογία κινούνται εκτός της Ορθοδόξου Παραδόσεως και είναι επικίνδυνοι για τα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας.



2. Νεοπατερική και μεταπατερική «θεολογία»

Το προηγούμενο παράδειγμα δείχνει πως ενεργούν και συμπεριφέρονται σύγχρονοι θεολόγοι σχετικά με την Παράδοση της Εκκλησίας μας. Έχω συζητήσει με ορθόδοξο καθηγητή βιβλικής θεολογίας, ο οποίος διδάσκει σε Πανεπιστήμιο του Εξωτερικού και έχει επηρεασθή κατά πολύ από προτεσταντικές ιδέες, και ο οποίος υποστήριζε ότι, αφού ο Χριστός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης, οι Πατέρες είναι τα σύννεφα που καλύπτουν τον ήλιο, οπότε πρέπει να απομακρύνουμε τα σύννεφα για να φωτισθούμε απευθείας από τον Χριστό. Η άποψη αυτή είναι αντορθόδοξη.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι μέσα σε αυτήν την προοπτική δημιουργήθηκαν οι όροι «νεοπατερική» και «μεταπατερική» θεολογία. Στην αρχή δειλά εμφανίσθηκε ο πρώτος όρος –νεοπατερική– με την έννοια ότι δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται απλώς τα κείμενα των Πατέρων, αλλά να εντοπίζεται το «πνεύμα» τους και να μεταφέρεται στα δεδομένα της εποχής μας, να εξετάζεται, δηλαδή, πως θα ομιλούσαν οι Πατέρες για σύγχρονα ζητήματα.

Αυτό, παρά την αγαθή προαίρεση μερικών, είναι άκρως επικίνδυνο, γιατί στην πραγματικότητα υπονομεύεται όλη η πατερική θεολογία, όταν εμπαθείς άνθρωποι προσπαθούν να μεταφέρουν το «πνεύμα» των Πατέρων στην εποχή τους. Η αυθεντική μεταφορά προϋποθέτει ανθρώπους που έχουν την ίδια εμπειρική γνώση η τουλάχιστον την προσεγγίζουν.

Στην συνέχεια παρουσιάσθηκε ο όρος, μεταπατερική θεολογία, αφού θεωρείται ότι δεν μας χρειάζονται πια οι Πατέρες, οι οποίοι έζησαν σε άλλες εποχές, γνώρισαν άλλα προβλήματα, συνάντησαν άλλα οντολογικά και κοσμολογικά ερωτήματα, «ένα τελείως διαφορετικό κοσμοείδωλο», και, επομένως, δεν μπορούν να μας βοηθήσουν στην εποχή μας.

Νομίζω ότι η νεοπατερική και μεταπατερική θεολογία υπενθυμίζει μια άποψη, σύμφωνα με την οποία η πατερική θεολογία είχε αξία για την εποχή της, ενώ αργότερα η δυτική σχολαστική θεολογία είναι ανώτερη από την πατερική θεολογία και η θεολογία των συγχρόνων θεολόγων υπερβαίνει και την πατερική και την σχολαστική θεολογία.

Τέτοιες απόψεις αποτελούν νάρκη στα θεμέλια της ορθοδόξου θεολογίας, γιατί χαρακτηρίζονται από την αιρετική άποψη περί προοδευτικής αποκαλύψεως της Αληθείας, δια μέσου των αιώνων, και ότι η Εκκλησία εμβαθύνει με την πάροδο του χρόνου στην Αποκάλυψη, ενώ η ορθόδοξη διδασκαλία τονίζει εμφανώς ότι η «πάσα αλήθεια» αποκαλύφθηκε εφ' άπαξ την ημέρα της Πεντηκοστής.

Οπότε, δεν υπάρχει εμβάθυνση στην αλήθεια με την πάροδο του χρόνου, ούτε υφίσταται προοδευτική φανέρωση της Αληθείας, αλλά η Εκκλησία την «άπαξ» φανερωθείσα αλήθεια την διατυπώνει ανάλογα με τα προβλήματα της εποχής.

Στην εμφάνιση της λεγομένης νεοπατερικής και μεταπατερικής θεολογίας συνετέλεσαν μερικοί θεολόγοι που εργάσθηκαν στον δυτικό χώρο, με κέντρο το Παρίσι. Ήλθαν σε διάλογο με την δυτική σκέψη και προσπάθησαν να απαντήσουν στα προβλήματα που συνάντησαν.

Χρεωστούμε πολλά σε αυτούς τους θεολόγους, όπως για παράδειγμα τον Βλαδίμηρο Λόσκυ, που έγραψαν θεολογικά έργα, χρησιμοποιώντας τους Πατέρες της Εκκλησίας και μάλιστα τους λεγομένους νηπτικούς.

Αλλ' όμως μεταξύ αυτών των θεολόγων υπάρχουν και μερικοί που εξέφρασαν απόψεις νεοπατερικής, μεταπατερικής και συναφειακής θεολογίας. Θα μνημονευθούν συνοπτικά μερικές τέτοιες ιδέες.

Γίνεται λόγος για έναν οικουμενισμό που «θα έπρεπε να εγκαταλείψει τις λεκτικές διαμάχες για να θεμελιωθεί πάνω σε έναν πειραματικό ρεαλισμό της σωτηρίας: ξαναβυθίζοντας συστήματα και έννοιες, που τελικά δεν είναι παρά ίχνη, μέσα στο σφαιρικό βίωμα της Εκκλησίας, μέσα σε ο,τι καλύτερο έχει η εμπειρία της».

Συνδέεται ο φανατισμός με την «ομολογιακή ταυτότητα», η οποία «αποτελεί αν όχι το σπέρμα του, τουλάχιστον το χώμα όπου καλλιεργείται» και γι' αυτό γίνεται λόγος για ανοικοδόμηση μιας οικίας «με τις πόρτες ανοιχτές, τη νέα Ιερουσαλήμ, τη Βασιλεία», μέσα στην οποία θα χωρούν όλοι. Και όσοι δεν θέλουν να εργασθούν για την κατασκευή μιας τέτοιας οικίας, θα πρέπει να απομακρυνθούν, ενώ το «κλειδί» της οικίας είναι ο,τι καλύτερο έχει ο άλλος και εκείνα που μας ενώνουν.

Επίσης, εντοπίζονται κοινά σημεία «συναφειακά» του Χριστιανισμού με τον Ιουδαϊσμό, τον Ισλαμισμό και τον Ινδουϊσμό-Βουδισμό. Μέσα σε αυτήν την προοπτική πρέπει να επιχειρηθή «μια καινούργια πολιτισμική μετάλλαξη», καθώς επίσης, όπως τονίζεται, «εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε να εργασθούμε πολύ με την προοπτική αυτής της συνάντησης. Αυτό είναι περισσότερο ενδιαφέρον παρά να φιλονικούμε μεταξύ μας».

Τέτοιες «μεταπατερικές και συναφειακές» ιδέες μεταφέρονται κατά τρόπο «μεταπρατικό» στην Ελλάδα και τίθενται είτε σε αντιπαράθεση προς τους Πατέρες που θεωρούνται «μουσεία» του παρελθόντος, είτε με αυτές παρερμηνεύονται τα πατερικά χωρία για να ενταχθούν στην νέα νοοτροπία.

Γίνεται φανερός ο προσδιορισμός και η προοπτική της μεταπατερικής και συναφειακής θεολογίας, που είναι πολύ επικίνδυνη για την Ορθόδοξη Εκκλησία και οδηγεί σε έναν συγκρητισμό, όχι μόνον στον τρόπο ζωής, αλλά και στην έκφραση της πίστεως. Αμφισβητείται με αυτό στην πραγματικότητα η οριοθέτηση της πίστεως, την οποία έκαναν οι άγιοι Πατέρες, δηλαδή αποδομείται ολόκληρη η θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπισθή εκκλησιαστικά.



3. Οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων και οι ζωντανοί οργανισμοί

Όλοι μας πρέπει να αποδεχθούμε την βασική θέση ότι η Εκκλησία είναι μια ζωντανή πραγματικότητα, είναι το Σώμα του Χριστού και η κοινωνία θεώσεως και, επομένως, η Εκκλησία γεννά Πατέρες και όχι οι Πατέρες την Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εποχή είναι πατερική εποχή και σε κάθε περίοδο εμφανίζονται Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι είναι «ζωντανοί οργανισμοί».

Όμως, «οι ζωντανοί αυτοί οργανισμοί» δεν διαφοροποιούνται καθόλου από τους προγενεστέρους Πατέρες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που έζησε τον 8ο αιώνα, μιλώντας για την Θεοτόκο και επαναλαμβάνοντας τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «ει τις ου Θεοτόκον ομολογεί την αγίαν Παρθένον, χωρίς εστι της θεότητος», γράφει: «Ουκ εμός ο λόγος, και εμός ο λόγος· κλήρον γαρ τούτον εκ θεολόγου πατρός Γρηγορίου θεολογικωτάτου δέδεγμαι».

Δηλαδή, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δεν θεωρεί δικό του τον λόγο, αφού τον παρέλαβε από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που έζησε τέσσερεις αιώνες πριν από αυτόν, αλλά, συγχρόνως, θεωρεί ότι είναι και δικός του λόγος, επειδή πρόκειται για κληρονομιά –«κλήρον θεολογικώτατον»– την οποία παρέλαβε «εκ θεολόγου πατρός» και την επαλήθευσε. Όσοι θέλουν να είναι θεολόγοι, αναγνωρίζουν τους πραγματικούς θεολόγους, αποδέχονται την διδασκαλία τους, τους καθιστούν πατέρες τους και κληρονομούν δια της πνευματικής γεννήσεως και τον λόγο και τον τρόπο της ενθέου ζωής τους.

Με αυτόν τον τρόπο μεταδίδεται η πνευματική ζωή από το παρελθόν σε κάθε εποχή. Όπως η βιολογική ζωή μεταδίδεται από γενιά σε γενιά από ζωντανούς και όχι νεκρούς γονείς, έτσι και η εν Χάριτι πνευματική ζωή, η αληθινή θεολογία, μεταδίδεται από ζωντανούς και όχι νεκρούς πνευματικούς οργανισμούς.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος αναφερόμενος στην έλλαμψη των άνω αγγελικών δυνάμεων από τον Θεό «κατά τάξιν», δηλαδή από «της πρώτης ταξιαρχίας επί την δευτέραν και από ταύτης επί την ετέραν και καθεξής», λέγει ότι το ίδιο γίνεται και με τους Αγίους. «Από γαρ των προλαβόντων αγίων οι κατά γενεάν και γενεάν δια της των εντολών του Θεού εργασίας ερχόμενοι άγιοι, τούτοις κολλούμενοι, ομοίως εκείνοις ελλάμπονται». Κολλά κανείς στους προηγηθέντες Αγίους με την εργασία των εντολών του Θεού και ελλάμπεται όπως εκείνοι. Έτσι δημιουργείται μια διαχρονική αλυσίδα και κάθε κόμβος συνδέεται με τους άλλους με την πίστη, τα έργα και την αγάπη.

Με αυτήν την πατερική διδασκαλία ερμηνεύεται ο λόγος του Αποστόλου Παύλου στους Κορινθίους: «Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ' ου πολλούς πατέρας. εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του Ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α Κορ. ε , 15). Υφίσταται διαφορά μεταξύ παιδαγωγών εν Χριστώ και Πατέρων εν Χριστώ. Οι Πνευματικοί Πατέρες γεννούν πνευματικά τέκνα δια του Ευαγγελίου, δηλαδή δια της εφαρμογής των εντολών του Χριστού, ενώ οι παιδαγωγοί απλώς διδάσκουν.

Όποιος ζη την ίδια παράδοση, εφαρμόζει τις ευαγγελικές εντολές στην ζωή του, αγωνίζεται εναντίον των παθών του για να αποκτήση μέθεξη του Θεού, αυτός αποκτά κοινωνία και με τους άλλους Αγίους που έζησαν πριν από αυτόν και ανήκει στην ίδια παράδοση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος των Πατέρων που υπέγραψαν τον Αγιορειτικό Τόμο: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν· ταύτα παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν· ταύτα δια της μικράς έγνωμεν πείρας».

Στην βιβλικοπατερική παράδοση υπάρχει διαφορά μεταξύ Προφητών-θεοπτών-θεολόγων και στοχαστών, ανάλογα με την διαφορά που υπάρχει μεταξύ προφητείας και στοχασμού. Ο Προφήτης Ησαΐας διαλαλεί: «Ιδού δη ο δεσπότης Κύριος σαβαώθ αφελεί από της Ιουδαίας και από Ιερουσαλήμ ισχύοντα και ισχύουσαν ... και προφήτην και στοχαστήν» (Ησ. γ , 1-2).

Ερμηνεύοντας ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αυτό το χωρίο κάνει την διάκριση μεταξύ στοχαστού και προφήτου. «Ενταύθά μοι δοκεί λέγειν στοχαστήν τον από συνέσεως πολλής των μελλόντων στοχάζεσθαι, και απ' αυτής των πραγμάτων της πείρας», ενώ η προφητεία είναι έμπνευση του Αγίου Πνεύματος στους Προφήτες. «Έτερον μεν γαρ στοχασμός, και προφητεία άλλο· ο μεν γαρ Πνεύματι θείω φθέγγεται, ουδέν οίκοθεν εισφέρων, ο δε τας αφορμάς από των ήδη γεγενημένων λαμβάνων, και την οικείαν σύνεσιν διεγείρων, πολλά των μελλόντων προορά, ως εικός άνθρωπον όντα συνετόν προϊδείν». Και συμπεραίνει: «Αλλά πολύ το μέσον τούτου κακείνου, και τοσούτον, όσον συνέσεως ανθρωπίνης και θείας χάριτος το διάφορον». Και για να τεκμηριώση αυτήν την διάκριση χρησιμοποιεί την διαφορά μεταξύ του βασιλέως Σολομώντος και του Προφήτου Ελισσαίου.

Ο Χριστός διακήρυξε στους συγχρόνους Του: «ουκ ανέγνωτε το ρηθέν υμίν υπό του Θεού λέγοντος, εγώ ειμι ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ; ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματθ. κβ , 31-32). Ο Θεός για μας τους Ορθοδόξους δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε μια ιδεολογία, αλλά Αυτός που αναπαύεται σε ζώντας οργανισμούς, στους Αγίους, κατά την λειτουργική προσευχή: «Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος...» και κατά τον ύμνο «ο Θεός των Πατέρων ημών». Επομένως, ο Θεός μας δεν είναι Θεός των στοχαστών και φιλοσόφων, αλλά ο Θεός των Πατέρων (όχι των μεταπατέρων), ο Θεός των ζωντανών οργανισμών που υπάρχουν σε κάθε εποχή.

Κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ η Εκκλησία είναι αποστολική επειδή είναι πατερική. Γράφει: «Η Εκκλησία είναι πράγματι "αποστολική", αλλά είναι επίσης και "πατερική". Ουσιαστικώς είναι "η Εκκλησία των αγίων Πατέρων". Δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθούν οι δύο χαρακτηρισμοί. Επειδή η Εκκλησία είναι "πατερική", είναι αληθώς και "αποστολική"».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι στην εποχή μας ύστερα από τόσες μελέτες «είμεθα διατεθειμένοι να παραδεχθώμεν το αιώνιον κύρος των "Πατέρων"», καθώς επίσης ότι η Εκκλησία δεν είναι «μουσείον νεκρών αποθεμάτων ούτε όμως εταιρεία ερευνών". Τα αποθέματα είναι ζωντανά –depositum juvenescens, κατά τον άγιον Ειρηναίον. Η πίστις δεν είναι κειμήλιον του παρελθόντος, αλλά μάλλον "η μάχαιρα του Πνεύματος"». Ομολογεί δε ότι η ερμηνεία της Αγίας Γραφής γίνεται από την θεολογία την οποία εκφράζουν οι Άγιοι κάθε εποχής. «Η Γραφή έχει ανάγκην ερμηνείας. Αποκαλύπτεται εις την θεολογίαν. Αυτό είναι δυνατόν μόνον δια του φορέως της ζώσης εμπειρίας της Εκκλησίας».

Έτσι, για να είμαστε ορθόδοξοι και να έχουμε την βεβαιότητα της σωτηρίας μας δεν μας χρειάζεται καμμιά νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία. Μας χρειάζονται δύο πράγματα: Το πρώτο, να μείνουμε σταθεροί, όπως έχουμε καθήκον, στην ορολογία των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων, γιατί αυτή η ορολογία αποτελεί σημαντικό μέρος της Ορθοδόξου Παραδόσεως, το αληθινό και αυθεντικό consensus patrum, αλλά να μείνουμε εδραίοι και στην αποκεκαλυμμένη αλήθεια που δόθηκε στους Πατέρες. Και το δεύτερο, να αναζητήσουμε «ζωντανούς οργανισμούς», οι οποίοι ζουν μέσα στο «πνεύμα» του Ευαγγελίου και των Οικουμενικών Συνόδων, δηλαδή βιώνουν τις ορθόδοξες προϋποθέσεις των δογμάτων για να μας καθοδηγήσουν σωστά στην βίωση του δόγματος.

Δυστυχώς, μερικοί που ομιλούν για νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή θεολογία έχουν πρόβλημα και με τις δύο αυτές προϋποθέσεις, δηλαδή και με τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων και με τους «ζωντανούς οργανισμούς» της εκκλησιαστικής ζωής.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ενοχλούνται από την θεολογία την οποία εξέφρασε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, γιατί ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος συνέδεσε την γνήσια ορθόδοξη θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων με την σύγχρονη ησυχαστική παράδοση, δηλαδή συνέδεσε την θεολογία με την εμπειρία, την καθηγητική έδρα με το ησυχαστήριο.

Αν η θεολογία δεν εκφρασθή εμπειρικώς, γίνεται στοχασμός και κουράζει τους ανθρώπους, και αν η εμπειρία δεν στηριχθή στην θεολογία των Οικουμενικών Συνόδων είναι μια ατομική ευσέβεια, η οποία μπορεί να έχη «συναφειακά» στοιχεία με όλες τις άλλες ανατολικές παραδόσεις. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης φαίνεται ενοχλητικός για τους στοχαστικούς, φιλοσοφούντες θεολόγους που διακατέχονται από την «στοχαστική αναλογία», κατά την έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Ακόμη, αυτός είναι ο λόγος, κατά την γνώμη μου, που αμφισβητούνται από μερικούς σύγχρονες, σημαντικές αγιορειτικές μορφές, όπως ο π. Πορφύριος, ο π. Παΐσιος, ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, ο Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ κλπ. Ενοχλεί την σύγχρονη συγκρητιστική θεολογία ο βίος και η διδασκαλία των συγχρόνων «ζωντανών οργανισμών» της εκκλησιαστικής ζωής.

Σε μια εισήγησή μου που έγινε στο παρελθόν προκειμένου να τεκμηριώσω την θεωρητική διδασκαλία της Εκκλησίας χρησιμοποίησα κείμενα του π. Πορφυρίου, ενός εξαγιασμένου Ιερομονάχου της εποχής μας. Αισθάνθηκα βαθύτατη έκπληξη όταν ορθόδοξοι θεολόγοι και Κληρικοί, που ήταν παρόντες, διαφώνησαν με την αναφορά μου σε λόγους του π. Πορφυρίου, διότι σύμφωνα με την άποψή τους, με τον τρόπο αυτό «ιδεολογοποιείται» η ορθόδοξη πίστη.

Η έκπληξή μου ήταν βαθύτατη διότι ακόμη και στην επιστήμη η αναφορά σε ανθρώπους, που παράγουν ένα καλλιτεχνικό η φιλοσοφικό έργο είναι τεκμήριο γνησιότητος, ενώ για μερικούς συγχρόνους θεολόγους η αναφορά σε ανθρώπους που ζουν την πραγματική ορθόδοξη θεολογία θεωρείται ιδεολογοποίηση. Έχω απομαγνητοφωνήσει όλη αυτήν την συζήτηση και εάν κάποτε δημοσιευθή, τότε θα αποκαλυφθούν «εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί».

Αυτός είναι ο λόγος, κατά την γνώμη μου, για τον οποίο επιδιώκεται η μετάφραση της θείας Λειτουργίας και άλλων λειτουργικών κειμένων και στην πραγματικότητα επιχειρείται «η απομυθοποίηση» της λειτουργικής και βιβλικοπατερικής γλώσσας.

Δεν εξηγείται διαφορετικά η προσωπική επίθεση μερικών εναντίον εκείνων που με θεολογικό λόγο εκφράζουν τον σεβασμό τους στο γλωσσικό ιδίωμα της θείας Λειτουργίας. Αν η λειτουργική γλώσσα απωλέση τον πατερικό και θεολογικό λόγο, τότε γίνεται μια «συναφειακή», «μεταπατερική» λειτουργική γλώσσα, που μπορεί να χωρέση σε όλους τους σύγχρονους συγκρητισμούς.

Άλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς, που υπεραμύνονται της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων και επιτίθενται με εμπάθεια και απρέπεια εναντίον εκείνων που εκφράζουν μια άλλη σκέψη, ανήκουν σε αυτό το κλίμα της «μεταπατερικής» και «συναφειακής» θεολογίας. Το ίδιο συμβαίνει και με αυτούς που αρνούνται την ισχύ των πατερικών λόγων για την εποχή μας. Θέλουν να αφήσουν ελεύθερο τον χώρο για κάθε στοχασμό και συγκρητισμό.

Συμπερασματικά, θεωρώ ότι η μοντέρνα θεολογία που αποδεσμεύονται από τους Πατέρες και εκφράζεται με βαρύγδουπους όρους, δήθεν από αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι επικίνδυνη για την Εκκλησία και την θεολογία της. Είναι πραγματικά ένας στοχαστικός τρόπος θεολογίας, ένας λαϊκισμός που εξασκείται από «χειροτονητούς θεολόγους», λόγω μιας κακής ερμηνείας του «βασιλείου ιερατεύματος».–

Το Διάταγμα ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων

Το Διάταγμα ανεξιθρησκείας των Μεδιολάνων

(Απόσπασμα από την ανάρτηση Το Έδικτο των Μεδιολάνων [2] του ιστολογίου Βυζαντινή Ιστορία)

 

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός απέκτησε το επίσημο δικαίωμα να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Το πρώτο διάταγμα που ευνοούσε τον Χριστιανισμό, εκδόθηκε το 311 από τον Γαλέριο, που υπήρξε ένας από τους πιο άγριους διώκτες του. Το διάταγμα αυτό συγχωρούσε τους Χριστιανούς για την αντίστασή τους στις διαταγές της κυβέρνησης να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία και αναγνώριζε το νόμιμο δικαίωμά τους να υπάρχουν. «Οι Χριστιανοί», έγραφε το διάταγμα, «μπορούν και πάλι να έχουν τις συναντήσεις τους, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό και υποχρεώνονται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας και το καλό της πολιτείας».
Δύο χρόνια αργότερα, μετά τη νίκη του εναντίον του Μαξεντίου και τη συμφωνία του με τον Λικίνιο στο Μιλάνο, εξέδωσαν το εξαιρετικά ενδιαφέρον έγγραφο, που, λανθασμένα, ονομάζεται Έδικτο του Μιλάνου. Το πρωτότυπο του εγγράφου δεν έχει διασωθεί, αλλά ένα λατινικό διάταγμα, που έστειλε ο Λικίνιος στο νομάρχη της Νικομήδειας, έχει διασωθεί από τον Λακτάντιο. Μια ελληνική μετάφραση του λατινικού πρωτοτύπου υπάρχει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ευσέβιου.
Σύμφωνα με αυτό το διάταγμα οι Χριστιανοί και όσοι πίστευαν σε άλλες θρησκείες, είχαν πλήρη ελευθερία να ακολουθούν οποιαδήποτε θρησκεία ήθελαν. Όλα τα εναντίον των Χριστιανών μέτρα θεωρούνταν άκυρα.
Το 1891 ο Γερμανός λόγιος O. Seeck διατύπωσε τη θεωρία ότι ποτέ δεν εκδόθηκε το Έδικτο του Μιλάνου. Το μόνο Έδικτο που εκδόθηκε, γράφει, είναι το Έδικτο της ανεκτικότητας του Γαλέριου, που κυκλοφόρησε το 311. Η σύγχρονη όμως ιστορική επιστήμη, δεν δέχεται καθόλου την άποψη αυτή.
Το συμπέρασμα πάντως είναι ότι ο Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος έδωσαν στον Χριστιανισμό τα δικαιώματα που είχαν οι ειδωλολάτρες και οι άλλες θρησκείες. Είναι πρόωρο να μιλάει κανείς για θρίαμβο του Χριστιανισμού την εποχή του Κωνσταντίνου, ο οποίος νόμιζε ότι ο Χριστιανισμός μπορούσε να συμβιβαστεί με την ειδωλολατρία. Το σημαντικότερο γεγονός είναι ότι όχι μόνον έδωσε στους Χριστιανούς το δικαίωμα να υπάρχουν, αλλά και τους έβαλε κάτω από την προστασία του κράτους. Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν εξαιρετικής σημασίας σταθμό για την ιστορία του Χριστιανισμού. Οπωσδήποτε όμως το Έδικτο της Νικομήδειας δεν αποτελεί βάση για την άποψη ορισμένων ιστορικών ότι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ο Χριστιανισμός είχε τοποθετηθεί πάνω από όλες τις θρησκείες, ότι οι άλλες θρησκείες ήταν απλώς ανεκτές και ότι το Έδικτο του Μιλάνου δεν διακήρυσσε μια τακτική ανεκτικότητας, αλλά την υπεροχή του Χριστιανισμού.  Όταν προκύπτει το ζήτημα της εκλογής μεταξύ της υπεροχής ή των ίσων δικαιωμάτων του Χριστιανισμού, πρέπει ασφαλώς να κλίνουμε προς τα ίσα δικαιώματα. Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του Εδίκτου της Νικομήδειας είναι μεγάλη. Όπως λέει ένας ιστορικός, «στην πραγματικότητα, χωρίς υπερβολές η σημασία του Εδίκτου του Μιλάνου παραμένει ασυζήτητα μεγάλη, γιατί αποτελεί μια πράξη που έθεσε τέρμα στην (εκτός Νόμου) θέση των Χριστιανών, ενώ συγχρόνως αναγνώρισε πλήρη θρησκευτική ελευθερία, υποβιβάζοντας έτσι την ειδωλολατρία, de jure, από την προηγούμενή της θέση, ως της μόνης επίσημης θρησκείας, στην ίδια θέση που είχαν και οι άλλες θρησκείες».